Η ποιότητα των θέσεων εργασίας, η προσαρμογή στην τεχνητή νοημοσύνη και η ταχύτερη εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων συνδέονται με την καθημερινότητα εργαζομένων και επιχειρήσεων. Στο νέο επεισόδιο των SmartTalks, η Άννα Ευθυμίου, Υφυπουργός Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης, αναλύει τις προτεραιότητες της πολιτείας σε μια αγορά εργασίας που μετασχηματίζεται. Η ίδια συνδέει τις καλύτερες αμοιβές και τις δυνατότητες εξέλιξης με την παραμονή των νέων στην Ελλάδα, ενώ δίνει έμφαση στη συμμετοχή των γυναικών και στην ενίσχυση των δεξιοτήτων. Παράλληλα, περιγράφει παρεμβάσεις για την προστασία των εργαζομένων, την ανθεκτικότητα της ασφάλισης και την επιτάχυνση της απονομής συντάξεων. Κοινός άξονας της τοποθέτησής της είναι η μετρήσιμη βελτίωση της καθημερινότητας μέσα από την εφαρμογή των πολιτικών.
Για τους νέους, η προοπτική παραμονής και επαγγελματικής εξέλιξης στην Ελλάδα συνδέεται, σύμφωνα με την κ. Ευθυμίου, με ποιοτικές θέσεις εργασίας που αξιοποιούν τα προσόντα τους. Η ίδια επισημαίνει ότι πολλοί διαθέτουν πτυχία και υψηλή κατάρτιση, επομένως αναζητούν καλά αμειβόμενες δουλειές με απαιτήσεις εξειδίκευσης και δυνατότητες ανάπτυξης. Σε αυτή την κατεύθυνση τοποθετεί την προσέλκυση επενδύσεων που μπορούν να δημιουργήσουν αντίστοιχες ευκαιρίες απασχόλησης. Στο ευρύτερο ζήτημα των αμοιβών, προτάσσει την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων μέσω της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας. Αναφέρει ήδη μισθολογικές αυξήσεις σε μεγάλους κλάδους και εκτιμά ότι η ενίσχυση των αποδοχών τους μπορεί να συμπαρασύρει και άλλους, διευρύνοντας το όφελος για τους εργαζομένους.
Στην τεχνητή νοημοσύνη, η υφυπουργός δίνει προτεραιότητα στην προετοιμασία των εργαζομένων και στην ανθρωποκεντρική αξιοποίηση της τεχνολογίας προς όφελος τόσο των ίδιων όσο και των επιχειρήσεων. Περιγράφει έναν μηχανισμό διάγνωσης των αναγκών της αγοράς εργασίας, ο οποίος αξιοποιεί δεδομένα για τη ζήτηση επαγγελμάτων και την εποχικότητα της απασχόλησης. Στόχος, όπως εξηγεί, είναι τα διαθέσιμα στοιχεία να υποστηρίζουν την προετοιμασία της αγοράς μέσα σε θεσμικό πλαίσιο. Παράλληλα, αναφέρεται σε πρόγραμμα κατάρτισης και επανακατάρτισης με έμφαση στις πράσινες και ψηφιακές δεξιότητες, καλώντας και τις επιχειρήσεις να οργανώσουν αντίστοιχες δράσεις για το προσωπικό τους. Στο πεδίο των ψηφιακών πλατφορμών, αναφέρεται επίσης σε νομοσχέδιο που έχει προαναγγελθεί για τη ρύθμιση της χρήσης αλγορίθμων και την προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων.
Η γυναικεία απασχόληση αποτελεί, σύμφωνα με την κ. Ευθυμίου, στρατηγική προτεραιότητα για τη διεύρυνση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας, μαζί με την ένταξη νέων, μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων και ατόμων με αναπηρία. Η προσέγγισή της στηρίζεται σε τρεις άξονες: ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής και αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Ως παραδείγματα αναφέρει ειδικά προγράμματα επιδοτούμενης απασχόλησης για άνεργες μητέρες, καθώς και δράσεις στήριξης της γυναικείας επιχειρηματικότητας. Στο οικογενειακό πεδίο, προβάλλει την επέκταση της ειδικής άδειας μητρότητας και τη δυνατότητα μεταβίβασης μέρους της στον πατέρα, στο πλαίσιο της στήριξης των εργαζόμενων γονέων. Η ισότητα στις αμοιβές αποκτά, σύμφωνα με την ανάλυσή της, ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς οι μισθολογικές ανισότητες επηρεάζουν και τα ασφαλιστικά δικαιώματα των γυναικών.
Για την αποτίμηση των συνθηκών απασχόλησης, η υφυπουργός ξεχωρίζει την ψηφιακή κάρτα εργασίας ως εργαλείο με αποτελέσματα που μπορούν να παρακολουθούνται. Συνδέει την καταγραφή των υπερωριών με την αντιμετώπιση της υποδηλωμένης και αδήλωτης εργασίας, ώστε ο χρόνος που πράγματι εργάζεται κάποιος να αποτυπώνεται και να αμείβεται. Η ίδια περιγράφει παράλληλα επέκταση της εφαρμογής σε επιπλέον κλάδους, μεταξύ των οποίων οι τηλεπικοινωνίες, οι ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, οι συμβουλευτικές υπηρεσίες και τα logistics. Κατά την εκτίμησή της, η εφαρμογή της κάρτας ενισχύει τα δικαιώματα των εργαζομένων και δημιουργεί προϋποθέσεις υγιούς επιχειρηματικού ανταγωνισμού. Συμπληρώνει ότι οι συλλογικές συμβάσεις και ο κοινωνικός διάλογος μπορούν να βελτιώνουν και τους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, ενώ αναφέρεται σε καλύτερο πλαίσιο υγείας και ασφάλειας.
Στην κοινωνική ασφάλιση, η κ. Ευθυμίου συνδέει την ανθεκτικότητα του συστήματος με τη διεύρυνση του εργατικού δυναμικού και την αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής, επισημαίνοντας ότι οι καταγεγραμμένες υπερωρίες αποφέρουν ασφαλιστικές εισφορές. Παράλληλα, περιγράφει τη λειτουργία κεφαλαιοποιητικού συστήματος δίπλα στο διανεμητικό, με ατομική αποταμίευση για τους νέους ασφαλισμένους και επιδίωξη υψηλότερων επικουρικών συντάξεων. Διακριτό συμπληρωματικό ρόλο αποδίδει στην προαιρετική επαγγελματική ασφάλιση, με στόχο την ενίσχυση του εισοδήματος κατά τη συνταξιοδότηση και την καλλιέργεια αποταμιευτικής κουλτούρας. Ως προϋποθέσεις ανάπτυξης του θεσμού προβάλλει την αξιοπιστία, την εποπτεία και την πρόσβαση μικρότερων επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών. Αναφέρεται επίσης στη μεταφορά δικαιωμάτων μεταξύ επιχειρήσεων που συμμετέχουν στον θεσμό και σε φορολογικά κίνητρα συνδεδεμένα με την ηλικία συνταξιοδότησης.
Κεντρική επιδίωξη παραμένει η ταχύτερη απονομή συντάξεων, μέσω της ψηφιοποίησης του ασφαλιστικού βίου και της αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως αναφέρει η υφυπουργός, ο χρόνος απονομής των κύριων συντάξεων έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ στόχος παραμένει η περαιτέρω επιτάχυνση της διαδικασίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει στις επικουρικές συντάξεις και στις σύνθετες περιπτώσεις διαδοχικής ή παράλληλης ασφάλισης και διεθνών συντάξεων, όπου επιδιώκεται περιορισμός των καθυστερήσεων. Η ίδια σημειώνει ότι πολλές υπηρεσίες παρέχονται ήδη ψηφιακά, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη το ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα του ΕΦΚΑ. Η ενοποίηση των επιμέρους πλατφορμών αποσκοπεί στη συγκέντρωση των ασφαλιστικών δεδομένων, σε καλύτερη εξυπηρέτηση ασφαλισμένων, αποτελεσματικότερους ελέγχους και ταχύτερη επεξεργασία των συνταξιοδοτικών υποθέσεων.



