Αγορά τεχνητής νοημοσύνης με ετήσια έσοδα σχεδόν 6 τρισ. δολαρίων έως το 2031 θα χρειαζόταν για να στηριχθεί το προβλεπόμενο ύψος επενδύσεων στις υποδομές της, εκτιμά η Bain & Company στο Technology Report 2026. Η συμβουλευτική εταιρεία υποστηρίζει ότι τα οφέλη παραγωγικότητας από τις σημερινές επιχειρηματικές και καταναλωτικές εφαρμογές αφήνουν μεγάλο κενό χρηματοδότησης, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με νέες αγορές, εφαρμογές και πηγές εσόδων.
Οι επενδυτικές δαπάνες των Microsoft, Google, Amazon, Meta και Oracle ενδέχεται να φτάσουν τα 780 δισ. δολάρια το 2026, σχεδόν πενταπλάσιες από το επίπεδο τρία χρόνια νωρίτερα. Μέχρι το 2031, οι ετήσιες δαπάνες για υποδομές AI θα μπορούσαν να ανέλθουν σε 1,5 τρισ. δολάρια. Το ποσό περιλαμβάνει νέες εγκαταστάσεις και υπολογιστική ισχύ, καθώς και συνεχιζόμενες αναβαθμίσεις των ήδη εγκατεστημένων GPU, μνημών και δικτυακού εξοπλισμού.
Η παραδοχή πίσω από το μέγεθος της αγοράς
Ο υπολογισμός της απαιτούμενης αγοράς βασίζεται στην παραδοχή ότι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες θα αντιστοιχούν περίπου στο 25% των εσόδων του κλάδου. Η Bain χαρακτηρίζει το ποσοστό φιλόδοξο αλλά εύλογο, με βάση τις τάσεις στους παρόχους υπηρεσιών cloud. Πρόκειται επομένως για εκτίμηση των εσόδων που θα απαιτούσε η διατήρηση αυτού του ύψους επενδύσεων, υπό τη συγκεκριμένη παραδοχή.
Οι καταναλωτικές εφαρμογές AI θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έσοδα 200 έως 400 δισ. δολαρίων από συνδρομές και διαφημίσεις μέχρι το 2031. Η υιοθέτηση από επιχειρήσεις εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αποφέρει στους παρόχους ακόμη 1 έως 1,4 τρισ. δολάρια, χάρη σε βελτιώσεις παραγωγικότητας στην ανάπτυξη λογισμικού, στις πωλήσεις, στο μάρκετινγκ, στην εξυπηρέτηση πελατών και στις λειτουργίες πληροφορικής.
Οι δύο κατηγορίες σχηματίζουν δυνητική αγορά 1,2 έως 1,8 τρισ. δολαρίων. Ακόμη και στο ανώτερο όριο αυτής της εκτίμησης, το κενό από την απαιτούμενη αγορά ανέρχεται σε περίπου 4,2 τρισ. δολάρια. Για τη συμβουλευτική εταιρεία, η κάλυψή του προϋποθέτει έσοδα από νέες οικονομικές δραστηριότητες, πέρα από την εξοικονόμηση κόστους στις υφιστάμενες εργασίες.
Οι εφαρμογές που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέα έσοδα
Η έκθεση εντοπίζει τέσσερις κατηγορίες δυνητικής ανάπτυξης. Στην αναζήτηση και στη διαφήμιση, η ενσωμάτωση διαφημίσεων στα chatbot και η υποκατάσταση μέρους της παραδοσιακής διαδικτυακής αναζήτησης θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έσοδα 100 έως 200 δισ. δολαρίων ή περισσότερα για τους παρόχους μοντέλων AI.
Στα αυτόνομα συστήματα, η δυνητική αγορά υπολογίζεται σε 400 δισ. δολάρια. Περιλαμβάνει αυτοκίνητα, φορτηγά, drones και βιομηχανικούς αυτοματισμούς, με οφέλη από την αύξηση του χρόνου λειτουργίας του εξοπλισμού και τη μείωση του κόστους εκπαίδευσης και λειτουργίας. Υπηρεσίες robotaxi και αυτοματοποιημένες μεταφορές εμπορευμάτων συγκαταλέγονται στις εφαρμογές που εξετάζονται.
Για την AI στη φυσική οικονομία, η Bain εκτιμά δυνητική αγορά 900 δισ. δολαρίων σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, τα ηλεκτρονικά, οι ημιαγωγοί, η αεροδιαστημική και η άμυνα. Η εκτίμηση προϋποθέτει μείωση κατά 10% του κόστους έρευνας, ανάπτυξης και παραγωγής, μέσω υψηλότερων αποδόσεων και ταχύτερης αύξησης της παραγωγής στα εργοστάσια. Οι τεχνολογίες περιλαμβάνουν προσομοιώσεις, ψηφιακά δίδυμα φυσικών διαδικασιών και ρομποτική, με εφαρμογές από τη μεταποίηση έως τη χειρουργική.
Η τέταρτη κατηγορία αφορά την ανάπτυξη νέων προϊόντων. Ως πιθανές εφαρμογές αναφέρονται η ανακάλυψη φαρμάκων που θα μπορούσε να καταστήσει οικονομικά βιώσιμες θεραπείες σπάνιων ασθενειών, η διαρκώς διαθέσιμη υποστήριξη ψυχικής υγείας και νέα υλικά για μπαταρίες και ημιαγωγούς. Η αυτόνομη επιστημονική έρευνα θα μπορούσε επίσης να επιταχύνει την πρόοδο σε πεδία από τις νευροεπιστήμες έως την ενέργεια σύντηξης.
Οι περιορισμοί στην κατασκευή των υποδομών
Η δημιουργία εσόδων συνοδεύεται από δυσκολίες στην επέκταση της υπολογιστικής ισχύος. Σε ξεχωριστό κεφάλαιο, το βασικό σενάριο της Bain προβλέπει δαπάνες 5 έως 6,5 τρισ. δολαρίων για την προσθήκη σχεδόν 150 GW νέας δυναμικότητας κέντρων δεδομένων έως το 2030, σχεδόν τριπλασιάζοντας την παγκόσμια δυναμικότητα μέσα σε πέντε χρόνια. Πρόκειται για δαπάνες κατασκευής έως το συγκεκριμένο έτος, διακριτές από τα ετήσια έσοδα της αγοράς AI.
Η ηλεκτρική ισχύς, οι ημιαγωγοί, το εξειδικευμένο προσωπικό και οι άδειες αποτελούν ταυτόχρονους περιορισμούς. Η κατασκευή κέντρου δεδομένων 1 GW συνήθως απαιτεί ένα έως τέσσερα χρόνια, ακόμη και σε τοποθεσίες με διαθέσιμη ηλεκτροδότηση. Η ίδια η Bain διευκρινίζει ότι η έκθεση στηρίζεται σε δευτερογενή έρευνα αγοράς, χρηματοοικονομικά στοιχεία και συνεντεύξεις, χωρίς ανεξάρτητη επαλήθευση των πληροφοριών που χρησιμοποίησε, και ότι οι προβολές της υπόκεινται σε παραδοχές.



