Η υποτίμηση των διαρκώς μεταβαλλόμενων απαιτήσεων που αφορούν την ιδιωτικότητα, την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη, παραμένει ο κυρίαρχος κίνδυνος για τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών παγκοσμίως και για το 2026. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της EY, «Top 10 Risks in Telecommunications», οι πάροχοι καλούνται να διαχειριστούν ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογική πρόοδος τρέχει ταχύτερα από τις δικλείδες ασφαλείας. Τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι, παρά τις σημαντικές επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, η υιοθέτηση πρακτικών για την υπεύθυνη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) και η επάρκεια των μέτρων κυβερνοασφάλειας παρουσιάζουν υστέρηση σε σχέση με την ταχύτητα του ψηφιακού μετασχηματισμού των οργανισμών.
Ειδικότερα, η έρευνα «EY Responsible AI» αποκαλύπτει ένα σημαντικό έλλειμμα εμπιστοσύνης, καθώς μόλις το 59% των στελεχών του κλάδου δηλώνουν ότι διαθέτουν μια ολοκληρωμένη μεθοδολογία για τον εντοπισμό και τη διαχείριση των κινδύνων του AI. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο του 66% που καταγράφεται στους υπόλοιπους κλάδους. Παράλληλα, ενώ το 82% των καταναλωτών έχουν χρησιμοποιήσει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης το τελευταίο εξάμηνο, μόνο το 48% πιστεύει ότι τα οφέλη υπερτερούν των πιθανών αρνητικών συνεπειών, δημιουργώντας ένα χάσμα εμπιστοσύνης που οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι καλούνται να γεφυρώσουν άμεσα μέσω εσωτερικών ελέγχων και πολιτικών δεοντολογίας.
Πιέσεις στους προϋπολογισμούς και στρατηγική κυβερνοασφάλειας
Στο πεδίο της κυβερνοασφάλειας, οι επικεφαλής ασφάλειας πληροφοριών (CISOs) αντιμετωπίζουν αυξανόμενη πίεση, με το 68% να παραδέχεται δυσκολία στο να αναδείξει την αξία που προσφέρει η ομάδα τους πέρα από την απλή προστασία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EY, οι κυριότερες εσωτερικές προκλήσεις περιλαμβάνουν τους ανεπαρκείς προϋπολογισμούς που αναφέρονται από το 55% των CISOs, καθώς και τη δυσκολία εξισορρόπησης μεταξύ της ταχύτητας της καινοτομίας και της ασφάλειας, ποσοστό που αγγίζει το 40%. Επιπρόσθετα, το 36% των στελεχών αναφέρει περιορισμένη συμμετοχή της κυβερνοασφάλειας στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων σε διατμηματικό επίπεδο, γεγονός που αποδυναμώνει τη συνολική θωράκιση των οργανισμών.
Στη δεύτερη θέση της λίστας των κινδύνων αναρριχάται ο αναποτελεσματικός τεχνολογικός μετασχηματισμός, καθώς οι εταιρείες δυσκολεύονται να κλιμακώσουν τα σχέδιά τους για το AI. Οι περιορισμένοι πόροι και οι δυσκολίες στην ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών διακυβέρνησης αναφέρονται ως εμπόδια από το 55% των ερωτηθέντων αντίστοιχα. Η αυξανόμενη ρυθμιστική πολυπλοκότητα, που απασχολεί το 53% των στελεχών, και η αδυναμία προτεραιοποίησης των περιπτώσεων χρήσης (40%), οδηγούν σε αντιφατικές στρατηγικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 33% των παρόχων σχεδιάζει να επιταχύνει τις επενδύσεις σε AI, ενώ σχεδόν ισόποσο ποσοστό, το 32%, επιλέγει να τις περιορίσει ή να τις επανεξετάσει, εν μέσω πιέσεων για απόσυρση παλαιών συστημάτων IT.
Σημαντική έλλειψη εξειδικευμένου ταλέντου και δεξιοτήτων
Η διαχείριση ταλέντου και δεξιοτήτων αποτελεί τον τρίτο σημαντικότερο κίνδυνο, με τις εταιρείες να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού. Η ζήτηση είναι ιδιαίτερα υψηλή στους τομείς της κυβερνοασφάλειας, όπου το 67% των εταιρειών αναζητά στελέχη, καθώς και στην τεχνητή νοημοσύνη και τη μηχανική μάθηση (65%). Ακολουθούν οι ανάγκες σε υποδομές πληροφορικής (63%) και στην επιστήμη δεδομένων (60%). Ο έντονος ανταγωνισμός από τον τεχνολογικό και χρηματοοικονομικό κλάδο, σε συνδυασμό με τις χαμηλότερες αμοιβές που συχνά προσφέρουν οι τηλεπικοινωνίες, δυσχεραίνουν την κάλυψη των κενών θέσεων, ενώ η αλλαγή της εταιρικής κουλτούρας παραμένει μια εξίσου δύσκολη εξίσωση για τους οργανισμούς.
Για πρώτη φορά, η γεωπολιτική αστάθεια εισέρχεται στην πεντάδα των κορυφαίων κινδύνων, καταλαμβάνοντας την πέμπτη θέση, γεγονός που αναδεικνύει την ευαλωτότητα του κλάδου στις διεθνείς εξελίξεις. Οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιαπωνίας θεωρούνται κρίσιμες από το 17% των CEOs, ενώ οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας ακολουθούν με 13%. Η αβεβαιότητα αυτή ωθεί τις εταιρείες σε δράση, με το ποσοστό εκείνων που αναλαμβάνουν γεωστρατηγικές πρωτοβουλίες να αυξάνεται στο 37% το 2025, από 24% το 2021. Παράλληλα, το 22% των ηγετών του κλάδου αναφέρει ρητά τις γεωπολιτικές εντάσεις ως απειλή για την ανάπτυξη, δίπλα στις εμπορικές και δημοσιονομικές πολιτικές.
Ζητήματα απόδοσης δικτύων και καταναλωτικές ανάγκες
Η ανεπαρκής πρόταση αξίας και η απόδοση του δικτύου παραμένουν ψηλά στη λίστα των κινδύνων (θέση 4), καθώς η υιοθέτηση συνδέσεων υψηλής ταχύτητας παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις. Σύμφωνα με στοιχεία του FTTH Council, η διείσδυση της οπτικής ίνας κυμαίνεται από το 91% στην Ισπανία έως μόλις το 27% στη Γερμανία. Την ίδια στιγμή, ακραία καιρικά φαινόμενα και διακοπές ρεύματος απειλούν την αξιοπιστία δικτύων, αυξάνοντας τον κίνδυνο διακοπών λειτουργίας. Οι πάροχοι καλούνται να διαφοροποιηθούν για να αποφύγουν τη διάβρωση των τιμών, καθώς η πληθώρα επιλογών συνδεσιμότητας δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αυξημένη ζήτηση για εφαρμογές υψηλού εύρους ζώνης.
Στην έκτη και έβδομη θέση των κινδύνων βρίσκονται η αδυναμία αξιοποίησης νέων επιχειρηματικών μοντέλων και η μη αποτελεσματική συνεργασία με εξωτερικά οικοσυστήματα. Παρά την πρόοδο στις B2B υπηρεσίες, το 24% των επιχειρήσεων δηλώνει χαμηλή ή καθόλου γνώση για τις λύσεις διεπαφής προγραμματισμού εφαρμογών δικτύου (network APIs), ποσοστό που φτάνει το 30% στον κλάδο της μεταποίησης. Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι στρέφονται σε πολυπρόσωπες συνεργασίες με τεχνολογικούς κολοσσούς, ωστόσο η πολυπλοκότητα αυτών των σχέσεων αυξάνεται, καθώς οι εταιρείες τεχνολογίας και περιεχομένου λειτουργούν ταυτόχρονα ως συνεργάτες αλλά και ως ανταγωνιστές στη διεκδίκηση μεριδίων αγοράς και εσόδων.
Μια νέα είσοδος και ανησυχίες ασφάλειας
Μια νέα είσοδος στη λίστα είναι η μη έγκαιρη ανταπόκριση στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των πελατών, που καταλαμβάνει την όγδοη θέση. Η ανησυχία των καταναλωτών για την ψηφιακή ασφάλεια εντείνεται, με το ποσοστό όσων δηλώνουν «πολύ ανήσυχοι» για το επιβλαβές περιεχόμενο να αυξάνεται στο 47% το 2024, από 38% το 2022. Επιπλέον, το 40% εκφράζει φόβους για τον υπερβολικό χρόνο έκθεσης σε οθόνες. Αξιοσημείωτο είναι το εύρημα ότι η ηλικιακή ομάδα 25-34 ετών δυσκολεύεται περισσότερο από κάθε άλλη να κατανοήσει τα πακέτα συνδεσιμότητας, δημιουργώντας την ανάγκη για απλούστερες και πιο ξεκάθαρες εμπορικές προτάσεις.
Οι κίνδυνοι ολοκληρώνονται με την ελλιπή διαχείριση της ατζέντας βιώσιμης ανάπτυξης (θέση 9) και τα ανεπαρκή επιχειρησιακά μοντέλα (θέση 10). Παρόλο που το 75% των παρόχων αναφέρει μειωμένες εκπομπές ρύπων Scope 1 και 2, το 60% των CEOs δηλώνει ότι επαναξιολογεί τα χρονοδιαγράμματα των δεσμεύσεών του για τη βιωσιμότητα. Παράλληλα, η μετάβαση σε μοντέλα παγκόσμιων επιχειρηματικών υπηρεσιών (GBS) και η στρατηγική εξαγορών (M&A) αποτελούν βασικά εργαλεία ανασχηματισμού, με το 77% των ηγετών να εκφράζει εμπιστοσύνη στη δυνατότητα των εξαγορών να οδηγήσουν σε ανάπτυξη, παρά τους εγγενείς κινδύνους ενοποίησης κουλτούρας και τεχνολογίας.
Η σχετική δήλωση και το πλαίσιο NAVI
Ο Γιώργος Αποστολάκης, Εταίρος της EY Ελλάδος και Επικεφαλής Τομέα TMT, σχολίασε τα ευρήματα τονίζοντας ότι οι τηλεπικοινωνίες καλούνται πλέον να ορίσουν τον ρυθμό της προσαρμογής. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά: «Το ζήτημα δεν είναι απλώς η τεχνολογία, αλλά η ωριμότητα με την οποία τη χρησιμοποιούμε». Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το AI, ο μετασχηματισμός και η ασφάλεια πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πτυχές του ίδιου νομίσματος, καθώς η τεχνολογία χωρίς ηθική απλώς επιταχύνει την αστάθεια. Επεσήμανε επίσης ότι στην Ελλάδα, ο κλάδος έχει την ευκαιρία να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ανάπτυξης, εφόσον υπάρξει στρατηγική συνέπεια και υπεύθυνος πειραματισμός.
Η έκθεση καταλήγει ότι οι κίνδυνοι για το 2026 χαρακτηρίζονται από το πλαίσιο NAVI: είναι Μη Γραμμικοί (Nonlinear), Επιταχυνόμενοι (Accelerated), Ασταθείς (Volatile) και Διασυνδεδεμένοι (Interconnected). Η EY προτείνει στους παρόχους τρεις βασικούς άξονες δράσης: την επαναξιολόγηση του οδικού χάρτη κινδύνων με έμφαση στη διασύνδεση των απειλών, την επένδυση στην αλλαγή κουλτούρας με κίνητρα για συμπεριφορές που ενισχύουν την επιχείρηση και την εφαρμογή μιας ολιστικής διαχείρισης κινδύνων (end-to-end). Μόνο μέσω της ενοποίησης στρατηγικής και διαχείρισης κινδύνου θα μπορέσουν οι τηλεπικοινωνιακοί οργανισμοί να διασφαλίσουν την ανθεκτικότητά τους σε ένα ρευστό περιβάλλον.
