Ο ψηφιακός μετασχηματισμός έχει πλέον εδραιωθεί ως βασική στρατηγική προτεραιότητα για ένα σημαντικό μέρος των ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ η αύξηση των επενδύσεων και η σταδιακή υιοθέτηση τεχνολογιών αιχμής αναδεικνύουν μια ώριμη, αν και άνιση, ψηφιακή μετάβαση στη χώρα. Ταυτόχρονα, η καινοτομία, οι ψηφιακές δεξιότητες και η διαχείριση των δεδομένων συνδέονται άρρηκτα με τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα, με τους περισσότερους δείκτες να παραμένουν σταθεροποιημένοι, αλλά τις επενδυτικές προθέσεις να ενισχύονται αισθητά για τα επόμενα χρόνια.
Αυτά τα συμπεράσματα προκύπτουν από τη στατιστική μελέτη «Ο Ψηφιακός Μετασχηματισμός των ελληνικών επιχειρήσεων, 2020-2022: Επενδύσεις, δεδομένα και δεξιότητες» του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (ΕΚΤ), η οποία αποτυπώνει σε βάθος την πρόοδο, τις πρακτικές και τις προκλήσεις της ψηφιακής μετάβασης στην Ελλάδα. Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Community Innovation Survey (CIS), αφορά το χρονικό διάστημα 2020-2022 και κάλυψε 13.320 επιχειρήσεις με δέκα και άνω εργαζόμενους από όλους τους βασικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 40,4% των επιχειρήσεων αξιολογεί τον ψηφιακό μετασχηματισμό ως πολύ σημαντική συνεχή στρατηγική, ποσοστό που παραμένει σταθερό σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Μεγαλύτερη έμφαση δίνουν οι μεγάλες εταιρείες, οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και οι καινοτομικά ενεργές, ενώ διαφορές καταγράφονται και σε γεωγραφικό επίπεδο, με τα υψηλότερα ποσοστά στα Νησιά Αιγαίου και την Κρήτη. Η υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών για την ανάπτυξη νέων ή βελτιωμένων διαδικασιών φτάνει στο 54,6%, με ένα σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων να αναπτύσσει εσωτερικά τις απαιτούμενες λύσεις, γεγονός που δηλώνει αυξημένη ψηφιακή ωριμότητα.
Στον τομέα των τεχνολογιών αιχμής, η αξιοποίηση υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, η διασύνδεση συσκευών, η κυβερνοασφάλεια και η ανάλυση μαζικών δεδομένων εμφανίζουν αυξητική τάση, με την τεχνητή νοημοσύνη, τη ρομποτική και την τρισδιάστατη εκτύπωση να υιοθετούνται σταδιακά σε εξειδικευμένους τομείς. Οι ψηφιακές δεξιότητες αναδεικνύονται σε κρίσιμο παράγοντα, με βασικό όφελος τη βελτίωση των εσωτερικών διαδικασιών και, στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, τη δυνατότητα σχεδιασμού νέων λύσεων και καινοτομιών.
Σε επίπεδο επενδύσεων, τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις προχώρησαν σε δαπάνες ψηφιακού μετασχηματισμού κατά την τριετία 2020-2022, ενώ οι περισσότερες από αυτές σχεδιάζουν να συνεχίσουν ή να ενισχύσουν τις σχετικές επενδύσεις και το επόμενο διάστημα. Οι δαπάνες για ψηφιακό μετασχηματισμό ανήλθαν σε 696,3 εκατομμύρια ευρώ το 2022, σημειώνοντας σημαντική αύξηση σε σύγκριση με το 2020, ενώ το συνολικό ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνουν πρόθεση για νέες επενδύσεις αγγίζει το 61,1%.
Η διαχείριση και αξιοποίηση των επιχειρησιακών δεδομένων, κυρίως για έλεγχο, λήψη αποφάσεων και βελτιστοποίηση υπηρεσιών, έχει καταστεί αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας των επιχειρήσεων. Παράλληλα, καταγράφεται διεύρυνση των πρακτικών κυβερνοασφάλειας, με έμφαση στη χρήση αντιγράφων ασφαλείας και ενημερωμένων λογισμικών προστασίας. Το προφίλ των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα αντανακλά τη δομή της ελληνικής αγοράς, με κυριαρχία των μικρών και μεσαίων εταιρειών και έμφαση στον τομέα των υπηρεσιών, ενώ πάνω από τις μισές χαρακτηρίζονται ως καινοτομικά ενεργές. Παρά τις σταθεροποιητικές τάσεις που καταγράφουν αρκετοί δείκτες, η προθυμία για νέες επενδύσεις και η έμφαση στη βελτίωση των ψηφιακών δεξιοτήτων δημιουργούν θετικό έδαφος για την περαιτέρω ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού επιχειρείν.
