Θετικό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα από την ανάπτυξη και λειτουργία των κέντρων δεδομένων (data centers) στην Ελλάδα βλέπει το 61% των 18 οικονομολόγων που απάντησαν στην ερώτηση του Ελληνικού Πάνελ Οικονομολόγων του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) για τον Οκτώβριο. Η θετική αποτίμηση συνοδεύεται από επιφυλάξεις για το ενεργειακό και περιβαλλοντικό κόστος, την επιβάρυνση των υποδομών και την πραγματική προστιθέμενη αξία που μπορούν να δημιουργήσουν οι επενδύσεις στην εγχώρια οικονομία.
Το 6% διαφωνεί, ενώ το 33% τοποθετείται μεταξύ των δύο επιλογών. Οι απαντήσεις προέρχονται από μια πρωτοβουλία καταγραφής απόψεων για ζητήματα οικονομικής πολιτικής, στην οποία συμμετέχουν 75 οικονομολόγοι από 59 πανεπιστήμια και φορείς σε 11 χώρες. Στα επεξηγηματικά σχόλια για τη συγκεκριμένη ερώτηση, η προοπτική ενίσχυσης των ψηφιακών υποδομών και προσέλκυσης επενδύσεων συνδέεται με την ανάγκη να εξασφαλιστεί όφελος για τις τοπικές κοινωνίες, χωρίς δυσανάλογη μεταφορά κόστους στα νοικοκυριά και στις υπόλοιπες επιχειρήσεις.
Η ενέργεια και το κόστος των υποδομών
Η υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί βασικό σημείο προβληματισμού. Τα κέντρα δεδομένων απαιτούν σημαντικές υποδομές, το κόστος των οποίων μπορεί να επηρεάσει τους λογαριασμούς ρεύματος των υπόλοιπων καταναλωτών. Οι οικονομολόγοι υπογραμμίζουν την ανάγκη κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου και ενεργειακής αποδοτικότητας, ώστε η ανάπτυξη του κλάδου να συνοδεύεται από προστασία των καταναλωτών από δυσανάλογες επιβαρύνσεις.
Οι περιβαλλοντικές επιφυλάξεις αφορούν επίσης τις ανάγκες ψύξης και τη χρήση φυσικών πόρων. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η κατανάλωση νερού, καθώς και η πίεση που μπορεί να ασκηθεί στις τοπικές υποδομές. Πρόκειται για παραμέτρους που οι συμμετέχοντες συνυπολογίζουν στην αξιολόγηση του κοινωνικού και περιβαλλοντικού κόστους των εγκαταστάσεων.
Προστιθέμενη αξία και μόνιμες θέσεις εργασίας
Στην πλευρά των δυνητικών οφελών, οι επενδύσεις μπορούν να στηρίξουν νέες ψηφιακές υπηρεσίες, να ενισχύσουν την εξωστρέφεια και να βελτιώσουν την τεχνολογική ανταγωνιστικότητα της χώρας. Δημιουργούν επίσης εξειδικευμένες θέσεις εργασίας, αν και οι μόνιμες θέσεις παραμένουν σχετικά λίγες σε σύγκριση με το ύψος των επενδύσεων.
Οι συμμετέχοντες επισημαίνουν, ωστόσο, ανεπαρκή εμπειρική τεκμηρίωση για το πραγματικό μέγεθος της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και τις μακροχρόνιες επιδράσεις στην παραγωγικότητα. Αντίστοιχα κενά εντοπίζουν στην αποτίμηση του συνολικού κοινωνικού και περιβαλλοντικού κόστους. Έτσι, οι θετικές εκτιμήσεις συνυπάρχουν με ανοιχτά ερωτήματα για την έκταση του οφέλους που θα παραμείνει στην ελληνική οικονομία.
Επιφυλάξεις διατυπώνονται και για τη χρηματοδότηση. Η ανάπτυξη του κλάδου μπορεί να αποδειχθεί επωφελής όταν στηρίζεται στην πραγματική ζήτηση και στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Αντίθετα, οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται κυρίως λόγω της διαθεσιμότητας ευρωπαϊκών επιδοτήσεων αντιμετωπίζονται με προβληματισμό.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον και οι προβλέψεις του νομοσχεδίου
Η κυβέρνηση έχει εντάξει την ανάπτυξη των data centers στη στρατηγική της για την ανάδειξη της Ελλάδας σε περιφερειακό κόμβο ψηφιακών υποδομών και υπηρεσιών. Η ειδική μελέτη χωροθέτησης που παρουσίασε τον Μάρτιο κατέγραψε επενδυτικό ενδιαφέρον άνω του 1 GW, με περισσότερα από 35 αιτήματα σύνδεσης στο ηλεκτρικό σύστημα.
Ως προς τη ρύθμιση των νέων εγκαταστάσεων, το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή προβλέπει κάλυψη τουλάχιστον του 60% της ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας των νέων κέντρων δεδομένων από ανανεώσιμες πηγές. Προβλέπει επίσης ότι οι επενδυτές θα αναλαμβάνουν το κόστος σύνδεσης, καθώς και την καταβολή ανταποδοτικού τέλους προς όφελος των περιοχών εγκατάστασης.


