Οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι ζητούν περισσότερες δυνατότητες συγχωνεύσεων για να χρηματοδοτήσουν τα νέα δίκτυα. Η νέα έκθεση του BEREC αμφισβητεί ότι η μείωση του αριθμού των παρόχων οδηγεί κατ’ ανάγκη σε αύξηση των επενδύσεων.
Στην έκθεση «Europe’s Telecom Reality Check», το Σώμα Ευρωπαίων Ρυθμιστών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (Body of European Regulators for Electronic Communications – BEREC) προειδοποιεί ότι η συγκέντρωση της αγοράς μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές για τους καταναλωτές, χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχα οφέλη στην ανάπτυξη των δικτύων.
Η Connect Europe, που εκπροσωπεί μεγάλους ευρωπαϊκούς τηλεπικοινωνιακούς παρόχους, και η GSMA, η διεθνής ένωση κινητών επικοινωνιών, υποστηρίζουν, αντίθετα, ότι οι επιχειρήσεις χρειάζονται μεγαλύτερη κλίμακα δραστηριοτήτων για να αποσβέσουν τις επενδύσεις τους και να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη νέων δικτύων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τον Απρίλιο το σχέδιο νέων κατευθυντήριων γραμμών για τις συγχωνεύσεις (Draft Merger Guidelines), με στόχο την ολοκλήρωση της αναθεώρησης το τελευταίο τρίμηνο του 2026. Η διαδικασία αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον τηλεπικοινωνιακό κλάδο, καθώς οι πάροχοι ζητούν αλλαγές στον τρόπο αξιολόγησης των επενδυτικών ωφελειών από τις συγχωνεύσεις.
Στο προτεινόμενο πλαίσιο δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των συγχωνεύσεων, μεταξύ άλλων στις επενδύσεις και στην καινοτομία. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τις οικονομίες κλίμακας που μπορεί να προκύψουν, χωρίς να παραγνωρίζει τον κίνδυνο περιορισμού του ανταγωνισμού. Υπέρ της διευκόλυνσης της συγκέντρωσης των τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων έχει ταχθεί και η έκθεση Ντράγκι για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.
Κατά 48% υψηλότερες είναι οι επενδύσεις ανά σύνδεση στις αγορές κινητής τηλεφωνίας με τρεις παρόχους έναντι εκείνων με τέσσερις, σύμφωνα με μελέτη της GSMA Intelligence που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο.
Σε ξεχωριστή ανάλυση πραγματικών συγχωνεύσεων, η ίδια μελέτη διαπιστώνει θετική συσχέτιση με τις επενδυτικές δαπάνες, υπολογίζοντας αύξηση από 28% έως 38%. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συγχώνευση θα έχει αντίστοιχο αποτέλεσμα.
Ο BEREC επικαλείται, από την πλευρά του, μελέτες που καταγράφουν αυξήσεις τιμών μετά από συγχωνεύσεις, χωρίς να τεκμηριώνονται αντίστοιχα οφέλη στις επενδύσεις. Θεωρεί επίσης ότι οι υφιστάμενοι ευρωπαϊκοί κανόνες επιτρέπουν ήδη τις επιχειρηματικές συγκεντρώσεις όταν δεν προκαλούνται προβλήματα ανταγωνισμού.
Στην έκθεσή της για το 2026, η Connect Europe καταγράφει μείωση των ευρωπαϊκών επενδύσεων στις τηλεπικοινωνίες κατά 2% το 2024, στα 64,6 δισ. ευρώ. Οι επενδύσεις ανά κάτοικο ανήλθαν σε 118 ευρώ, έναντι 217 ευρώ στις ΗΠΑ, 173 ευρώ στην Ιαπωνία και 151 ευρώ στη Νότια Κορέα.
Ο BEREC παραθέτει στοιχεία του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία το 2023 οι επενδύσεις των ευρωπαϊκών παρόχων αντιστοιχούσαν στο 19,6% των εσόδων τους, έναντι 18,3% στις ΗΠΑ και στον Καναδά μαζί. Οι δύο οργανισμοί χρησιμοποιούν διαφορετικούς δείκτες, καθώς η Connect Europe μετρά τις επενδύσεις ανά κάτοικο και ο BEREC τις εξετάζει ως ποσοστό των εσόδων.
Το ζήτημα του αριθμού των ανταγωνιστών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα. Η είσοδος της Q-Telecom το 2002 είχε αυξήσει σε τέσσερις τους παρόχους κινητής. Τέσσερα χρόνια αργότερα η εταιρεία εξαγοράστηκε από την τότε Tim Hellas και η αγορά επέστρεψε σε τρεις παρόχους δικτύου, τους σημερινούς ΟΤΕ, Vodafone και Nova.
Στο μεταξύ, η δραστηριότητα της ΔΕΗ στις τηλεπικοινωνίες προσθέτει νέα δεδομένα στον ανταγωνισμό, αρχικά στην αγορά οπτικών ινών. Η επιχείρηση αναπτύσσει δικό της δίκτυο και έχει εισέλθει στη λιανική, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό στην αγορά συνδέσεων οπτικής ίνας μέχρι τα σπίτια και τις επιχειρήσεις (FTTH – Fiber to the Home). Οι προσφορές της ασκούν πρόσθετη πίεση στις τιμές.
Παράλληλα, η ΔΕΗ έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για την ανάπτυξη υποδομών κινητών επικοινωνιών. Στη διαβούλευση της ΕΕΤΤ για τη διάθεση φάσματος στις ζώνες των 900 και 1.800 MHz δήλωσε πρόθεση διεκδίκησης συχνοτήτων για την ανάπτυξη δικτύου 5G μέσω της ΔΕΗ FiberGrid.
Η United Group, που ελέγχεται από την BC Partners, έχει ήδη προχωρήσει σε αλλαγές στο χαρτοφυλάκιο δραστηριοτήτων της Nova, με την πώληση της συμμετοχής 50% στη Nova ICT.
Η πρόσφατη μετονομασία της συνδρομητικής τηλεοπτικής υπηρεσίας EON σε Nova TV συγκεντρώνει επίσης ενδιαφέρον. Πληροφορίες της αγοράς συνδέουν την αλλαγή με το ενδεχόμενο πώλησης της δραστηριότητας συνδρομητικής τηλεόρασης. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, έχουν πραγματοποιηθεί και συνεχίζονται διερευνητικές επαφές με επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ελληνική τηλεοπτική αγορά. Μένει να φανεί κατά πόσο οι εξελίξεις στη συνδρομητική τηλεόραση συνδέονται με έναν ευρύτερο σχεδιασμό της United Group για τη Nova.



