Η ελληνική επιχειρηματικότητα θέλει να επενδύσει, να προσλάβει, να ψηφιοποιηθεί και να αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη. Σύμφωνα με το EY Entrepreneurship Barometer Ελλάδα 2026, το οποίο βασίστηκε στις απαντήσεις 167 Ελλήνων επιχειρηματιών, το 83% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι αύξησε τη χρήση AI και μηχανικής μάθησης κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, το 53% σχεδιάζει περισσότερες προσλήψεις πλήρους απασχόλησης και το 69% διαπιστώνει βελτίωση στην ψηφιακή ωριμότητα της επιχείρησής του. Πρόκειται για μια εικόνα συγκρατημένης αισιοδοξίας, σε μια αγορά που εξακολουθεί να κοιτάζει μπροστά παρά τις πιέσεις. Πίσω από τους θετικούς δείκτες, όμως, βρίσκεται ένα παλιό και επίμονο ερώτημα: μπορούν μικρές επιχειρηματικές δομές να ανταποκριθούν σε αλλαγές που γίνονται όλο και μεγαλύτερες, ταχύτερες και ακριβότερες;
Η αντίφαση φαίνεται καθαρά στην τεχνητή νοημοσύνη. Η χρήση αυξάνεται, αλλά η επενδυτική εικόνα παραμένει άνιση. Την τελευταία τριετία, το 39% επένδυσε έως €25.000 σε AI και άλλες ψηφιακές τεχνολογίες, ενώ το 20% δεν πραγματοποίησε σχετική επένδυση. Τα ποσά αυτά χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση, αφού έχουν διαφορετική βαρύτητα για μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση και διαφορετική για μια μεγαλύτερη εταιρεία. Ταυτόχρονα, το ποσοστό όσων επένδυσαν πάνω από €100.000 αυξήθηκε στο 18%, από 10% το 2025. Η αγορά, επομένως, κινείται με διαφορετικές ταχύτητες, ενώ τα στοιχεία αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο η αυξημένη χρήση έχει μετατραπεί σε οργανωμένη ενσωμάτωση του AI στις επιχειρηματικές διαδικασίες.
Άλλο πράγμα είναι να αποκτήσεις μια συνδρομή σε μια εφαρμογή AI και άλλο να αναδιοργανώσεις δεδομένα, πληροφοριακά συστήματα, ροές εργασίας και τρόπο λήψης αποφάσεων. Η πρώτη κίνηση μπορεί να γίνει γρήγορα και με περιορισμένο κόστος. Η δεύτερη απαιτεί ανθρώπους, κεφάλαια, διοικητική επάρκεια και χρόνο. Σε πολλές μικρές επιχειρήσεις, ο ιδιοκτήτης και μια περιορισμένη ομάδα καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα πωλήσεις, οικονομικά, προσωπικό, εξυπηρέτηση και καθημερινές λειτουργίες. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός κινδυνεύει να προστεθεί ως ακόμη μία υποχρέωση, αντί να λειτουργήσει ως πραγματική αλλαγή του επιχειρηματικού μοντέλου.
Για αυτό η συζήτηση για την κλίμακα έχει μεγαλύτερη σημασία από ακόμη μία γενική προτροπή για περισσότερες επενδύσεις στο AI. Σε κλάδους με πολλούς μικρούς και κατακερματισμένους παίκτες, τα οργανωμένα δίκτυα, οι κοινές υποδομές, οι συνεργασίες και, όπου έχουν οικονομική λογική, τα roll-ups μπορούν να προσφέρουν πρόσβαση σε τεχνολογία, στελέχη και χρηματοδότηση που δύσκολα εξασφαλίζει μια επιχείρηση μόνη της. Τα λογιστικά γραφεία, τα μικρά ξενοδοχεία, τα φαρμακεία, τα logistics και ορισμένες κατηγορίες υπηρεσιών αποτελούν χαρακτηριστικά πεδία όπου μια κεντρική ψηφιακή και διοικητική υποδομή μπορεί να εξυπηρετήσει περισσότερες μονάδες και να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας.
Η συγκέντρωση, βέβαια, δεν αποτελεί μαγική λύση ούτε ταιριάζει σε κάθε επιχείρηση. Οι συνεργασίες και οι εταιρικές ενοποιήσεις χρειάζονται σωστές αποτιμήσεις, σαφείς κανόνες διακυβέρνησης, εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών και πραγματικό όφελος για τον μικρότερο επιχειρηματία. Η συμμετοχή σε ένα μεγαλύτερο σχήμα αποκτά νόημα όταν ο ιδρυτής διατηρεί ουσιαστικό ρόλο, μετοχική σχέση ή προοπτική ανάπτυξης και όταν η νέα δομή προσφέρει δυνατότητες που προηγουμένως έλειπαν. Σε διαφορετική περίπτωση, η συνεργασία μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως απλή απώλεια ελέγχου και όχι ως επένδυση στην επόμενη ημέρα.
Τα εμπόδια, άλλωστε, ξεπερνούν το μέγεθος. Το 78% των συμμετεχόντων θεωρεί τη γραφειοκρατία και την πολυπλοκότητα του ρυθμιστικού περιβάλλοντος βασικό εμπόδιο για την επιχειρηματικότητα. Παράλληλα, το 69% δυσκολεύεται να βρει ανθρώπους με τις απαραίτητες δεξιότητες και το 52% αναδεικνύει το εργατικό κόστος και την προσφορά ανταγωνιστικών αμοιβών και παροχών ως σημαντικότερη πρόκληση στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού. Την ίδια στιγμή, το 66% στηρίζει τις επενδύσεις του στην επανεπένδυση κερδών και στα ίδια κεφάλαια. Η επιχείρηση, λοιπόν, καλείται να μετασχηματιστεί, να προσλάβει, να πληρώσει ανταγωνιστικά και να αντιμετωπίσει το ρυθμιστικό βάρος, στηρίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις της σε κέρδη και ίδιους πόρους.
Η ελληνική επιχειρηματικότητα δείχνει διάθεση να περάσει από την πρόθεση στην υλοποίηση. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα, αλλά δεν υποκαθιστά τη διοικητική ωριμότητα, το ανθρώπινο δυναμικό και την πρόσβαση σε κεφάλαια. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα ίσως να βρίσκεται λιγότερο στο πόσες επιχειρήσεις θα δηλώσουν ότι χρησιμοποιούν AI και περισσότερο στο πόσες θα αποκτήσουν τη δομή που απαιτείται για να το αξιοποιήσουν ουσιαστικά. Για ορισμένες, αυτό θα σημαίνει οργανική ανάπτυξη. Για άλλες, συνεργασίες, δίκτυα ή ένταξη σε μεγαλύτερα σχήματα. Απέναντι σε μεγάλες αλλαγές, το μικρό μέγεθος μπορεί να παραμείνει πλεονέκτημα ευελιξίας, αρκεί να μην εξελιχθεί σε μόνιμο περιορισμό.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom



