Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε τη δημόσια στήριξή του στην επέκταση των data centers, επιτιθέμενος στις κοινότητες που αντιστέκονται σε νέα έργα και συνδέοντας την ανάπτυξή τους με τον ανταγωνισμό απέναντι στην Κίνα. Σε ανάρτησή του στο Truth Social τη Δευτέρα, έγραψε ότι οι κοινότητες που απορρίπτουν τέτοιες εγκαταστάσεις κινδυνεύουν να καταλήξουν «καθυστερημένες και φτωχές».
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η αποδοχή των data centers θα φέρει θέσεις εργασίας, χαμηλότερους φόρους και ευημερία, ενώ προειδοποίησε πως η ακύρωση έργων θα ωφελούσε την Κίνα. Η τοποθέτησή του έρχεται ενώ η κατασκευή των μεγάλων υπολογιστικών εγκαταστάσεων, που στηρίζουν την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης, μετατρέπεται σε πολιτικό ζήτημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Η πολιτική πίεση στις πολιτείες
Η αντίδραση διαπερνά το πολιτικό φάσμα. Κάτοικοι και τοπικοί αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχίες για την επιβάρυνση των ηλεκτρικών δικτύων, την πίεση στους υδάτινους πόρους, τον θόρυβο και την άνοδο των λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Δημοσκοπήσεις δείχνουν πλειοψηφική αντίθεση στην κατασκευή data centers στις τοπικές κοινότητες, ενώ μία πρόσφατη μέτρηση ανέφερε ότι τα τρία τέταρτα των Αμερικανών θα αντιδρούσαν σε εγκατάσταση δίπλα στο σπίτι τους και πάνω από έξι στους δέκα θα αντιδρούσαν έντονα.
Οι New York Times αναφέρουν ότι σε περισσότερες από δώδεκα πόλεις και κωμοπόλεις οι αντιδράσεις απέναντι στις εγκρίσεις έργων έχουν οδηγήσει σε διαδικασίες ανάκλησης τοπικών αξιωματούχων. Στο Οχάιο, υπόμνημα της National Republican Senatorial Committee προειδοποίησε ότι το ζήτημα θέτει σε κίνδυνο τις εκλογικές προοπτικές του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Τζον Χάστεντ, ενώ ο αντίπαλός του Σέροντ Μπράουν έχει επενδύσει εκατομμύρια δολάρια σε διαφημίσεις που τον συνδέουν με τα data centers.
Πίεση δέχονται και άλλοι Ρεπουμπλικανοί. Ο κυβερνήτης του Τέξας Γκρεγκ Άμποτ θέσπισε νέους κανονισμούς για data centers, παρότι στήριζε ευρύτερα την ανάπτυξή τους στην προεκλογική περίοδο. Ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, Μάικ Ρότζερς, και η υποψήφια των Ρεπουμπλικανών για κυβερνήτρια της Πενσυλβάνια, Στέισι Γκάριτι, έχουν ζητήσει προσωρινή παύση ορισμένων έργων. Στη Νέα Υόρκη, η πολιτεία εξέδωσε τον Ιούλιο παύση για τη δημιουργία νέων υποδομών, κίνηση που ο Τραμπ επέκρινε μετά την υπογραφή του σχετικού εκτελεστικού διατάγματος από την κυβερνήτρια Κάθι Χόκουλ.
Η απάντηση της αμερικανικής κυβέρνησης
Ο Τραμπ επιμένει ότι τα data centers αποτελούν κρίσιμη υποδομή για να διατηρήσουν οι ΗΠΑ προβάδισμα στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης. Είχε υπογράψει πέρυσι εκτελεστικό διάταγμα για την επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και της κατασκευής τους και τον Ιούλιο τα είχε περιγράψει ως μία από τις μεγάλες κινητήριες δυνάμεις για τις θέσεις εργασίας στο μέλλον.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς αναγνώρισε πιο άμεσα το ζήτημα του κόστους για τους καταναλωτές. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Joint Base Andrews στο Μέριλαντ, είπε ότι σχεδόν όλη η αντίδραση προέρχεται από περιοχές όπου η κατασκευή ενός data center οδηγεί σε ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια και υψηλότερους λογαριασμούς. «Αν χτίζεις το data center, πρέπει να επιστρέφεις ενέργεια στο δίκτυο, όχι να αφαιρείς», είπε, θέτοντας ως προϋπόθεση τη συνεισφορά των εταιρειών στην ηλεκτροπαραγωγή.
Έργα που μπλοκάρονται ή καθυστερούν
Η κλίμακα της αντίστασης αποτυπώνεται και στα στοιχεία του ερευνητικού φορέα Data Center Watch. Ο οργανισμός υπολόγισε ότι ομάδες πολιτών μπλόκαραν ή καθυστέρησαν τουλάχιστον 75 έργα data centers αξίας περίπου 130 δισ. δολαρίων στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Στις κοινότητες που πέτυχαν να ανακόψουν τέτοια σχέδια περιλαμβάνονται το Μοντερέι Παρκ, ανατολικά του Λος Άντζελες, η κομητεία Πρινς Γουίλιαμ στη Βιρτζίνια και η κομητεία Γουέικ στη Βόρεια Καρολίνα.
Περισσότερες από 230 περιβαλλοντικές οργανώσεις είχαν ήδη καλέσει το Κογκρέσο να σταματήσει την ανάπτυξη νέων data centers, επικαλούμενες την κλιματική κρίση, την επιδείνωση της ξηρασίας σε περιοχές με υδατική πίεση και τους αυξανόμενους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Η αντιπαράθεση φέρνει την προώθηση της τεχνητής νοημοσύνης σε άμεση σύγκρουση με τις τοπικές απαιτήσεις για ενέργεια, νερό και πολιτικό έλεγχο των έργων.
