Οι ευρωπαϊκές εταιρείες που αναπτύσσουν data centres για την τεχνητή νοημοσύνη στρέφονται σε λιγότερο παραδοσιακές τοποθεσίες μακριά από τις μεγάλες πόλεις, αναζητώντας φθηνότερη γη, επαρκή ηλεκτρική ισχύ και ταχύτερες συνδέσεις με το δίκτυο. Η στροφή αφορά ιδιαίτερα μεγάλα campuses εκπαίδευσης μοντέλων AI, τα οποία χρειάζονται μεγάλες ποσότητες ενέργειας και νερού για ψύξη.
Στοιχεία της JLL για hyperscale data centres που αναμένεται να τεθούν γρήγορα σε λειτουργία την επόμενη διετία και που επικαλείται το Reuters, δείχνουν ότι οι μονάδες θα βρίσκονται υπερτριπλάσια μακριά από μεγάλους αστικούς κόμβους σε σχέση με τα projects της προηγούμενης τριετίας. Η μετατόπιση μπορεί να φέρει επενδύσεις σε περιοχές όπου οι κυβερνήσεις επιδιώκουν θέσεις εργασίας και ανάπτυξη, όμως αναμένεται να συναντήσει αντιδράσεις από κατοίκους που ανησυχούν για τις φυσικές εκτάσεις και για την πίεση σε ηλεκτρική ενέργεια και νερό.
Οι αποστάσεις μεγαλώνουν
Για την περίοδο 2026-2028, η μέση απόσταση των νέων εγκαταστάσεων από έναν μεγάλο κόμβο υπολογίζεται στα 175 χιλιόμετρα, έναντι 46 χιλιομέτρων για έργα που παραδόθηκαν από το 2022 έως το 2025. Η JLL αποδίδει τη μεταβολή στη σπανιότητα γης και ισχύος σε αγορές όπως το Λονδίνο και η Φρανκφούρτη, όπου η ζήτηση παραμένει υψηλή και οι αναμονές για σύνδεση με το δίκτυο είναι μεγάλες.
Τα greenfield projects αποτελούν το 39% του μελλοντικού ευρωπαϊκού pipeline, έναντι 8% στα έργα που έχουν ήδη παραδοθεί. Το μερίδιο των projects που χωροθετούνται σε περιοχές εντός πόλεων προβλέπεται να υποχωρήσει στο 5% από 13%, με τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις να αναπτύσσονται σε βιομηχανικές ζώνες ή στα όρια αστικών περιοχών.
Από εννέα προτεινόμενα ευρωπαϊκά data centres άνω του ενός gigawatt, μόνο ένα σχεδιάζεται κοντά σε μεγάλη πόλη, το Παρίσι, σύμφωνα με την DC Byte, η οποία παρακολουθεί έργα αρχικού σταδίου. Τα υπόλοιπα εκτείνονται από αγροτικές περιοχές της Ισπανίας έως τη βόρεια Σουηδία.
Η τιμή της ηλεκτροδοτούμενης γης
Ο Assad Noori, επικεφαλής data centres της JLL για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, δήλωσε ότι ο καθοριστικός παράγοντας γίνεται ολοένα περισσότερο η εξασφάλιση επαρκούς ισχύος και λιγότερο η εγγύτητα προς τη ζήτηση. «Τα data centres οδηγούνται εκεί όπου υπάρχει η ηλεκτρική ενέργεια, και όχι το αντίστροφο», είπε.
Η διαφορά στο κόστος της ηλεκτροδοτούμενης γης ενισχύει αυτή την επιλογή. Στις βασικές αγορές, η JLL υπολογίζει το μέσο κόστος σε 2,36 εκατ. ευρώ ανά megawatt IT load. Για πόλεις που θεωρούνται δευτερεύουσες, όπως η Κοπεγχάγη, η Βαρσοβία και το Μιλάνο, η αντίστοιχη τιμή είναι 978.000 ευρώ, ενώ στις τριτεύουσες περιοχές, όπως το Μπορντό, ανέρχεται σε 512.000 ευρώ και μπορεί να περιοριστεί έως τις 200.000 ευρώ.
Το Άμστερνταμ παραμένει η ακριβότερη αγορά, με περίπου 2,7 εκατ. ευρώ ανά megawatt, ακολουθούμενο από το Λονδίνο με 2,6 εκατ. ευρώ και τη Φρανκφούρτη με 2,5 εκατ. ευρώ. Ο Rupert Duckworth, associate director για συμβουλευτικές υπηρεσίες data centres της Savills στην περιοχή EMEA, συνέδεσε τις υψηλές τιμές του Λονδίνου με την προηγούμενη ανάπτυξη υποδομών cloud και τον ανταγωνισμό άλλων κατηγοριών ακινήτων για διαθέσιμο χώρο.
Η κλίμακα των επενδύσεων AI
Οι βασικές αγορές της Φρανκφούρτης, του Λονδίνου, του Άμστερνταμ, του Παρισιού και του Δουβλίνου παραμένουν οι μεγαλύτερες και διατηρούν τη ζήτησή τους. Ελλείψεις γης, περιορισμοί αδειοδοτήσεων και μεγάλες αναμονές για συνδέσεις με το δίκτυο ωθούν όμως τις νέες εγκαταστάσεις σε άλλες περιοχές.
Η JLL εκτιμά ότι οι τέσσερις μεγαλύτεροι hyperscale πάροχοι cloud παγκοσμίως θα δαπανήσουν 725 δισ. δολάρια το 2026, αυξημένα κατά 77% από 410 δισ. δολάρια το 2025, κυρίως για υπολογιστική ισχύ AI και υποδομές data centres. Έως το 2030, τα AI workloads θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ της παγκόσμιας χωρητικότητας data centres.
