Η συζήτηση για το ελληνικό εμπόριο περνά από την καθημερινή πίεση των επιχειρήσεων στη δυνατότητά τους να επενδύουν, να προσαρμόζονται και να αναπτύσσονται με διάρκεια. Στο νέο επεισόδιο των SmartTalks, ο Δώρος Καπράλος, Γενικός Γραμματέας της ΕΣΕΕ και πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, αναλύει τους όρους αυτής της μετάβασης. Η φορολογία, η πρόσβαση σε κεφάλαια, το κόστος συμμόρφωσης και οι κανόνες του ανταγωνισμού συνθέτουν, σύμφωνα με την προσέγγισή του, ένα ενιαίο πεδίο πολιτικής. Όπως επισημαίνει, η αγορά χρειάζεται επιλογές που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να οργανώνουν το επόμενο βήμα τους με συνεκτικό σχέδιο ανάπτυξης σε βάθος χρόνου. Η στρατηγική κατεύθυνση που προτείνει συνδέει την άμεση ανακούφιση με τις προϋποθέσεις μιας πιο παραγωγικής και εξωστρεφούς οικονομίας για ολόκληρη την αγορά.
Σύμφωνα με τον κ. Καπράλο, ο Πειραιάς αντιμετώπισε για μεγάλο διάστημα τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και των έργων που άλλαξαν την πρόσβαση στο κέντρο της πόλης. Οι πιέσεις αυτές επηρέασαν επιχειρήσεις, καταστήματα και τις συνήθειες κατοίκων και επισκεπτών. Η απάντηση του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, όπως αναφέρει, επιδιώκει την επανατοποθέτηση της πόλης ως επισκέψιμης μητροπολιτικής αγοράς με μεγαλύτερη σύνδεση προς τον επισκέπτη. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσονται συνεργασίες με τον Δήμο και το Πανεπιστήμιο Πειραιώς, δράσεις με ξενοδοχεία και βραχυχρόνιες μισθώσεις, καθώς και πρωτοβουλίες για την προβολή ελληνικών προϊόντων. Όπως υπογραμμίζει, η ουσιαστική σύμπραξη εμπορίου και τουρισμού μπορεί να ενισχύσει την εμπειρία του επισκέπτη και να δώσει σταθερό όφελος στην τοπική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Για τις ανακοινώσεις της ΔΕΘ, ο κ. Καπράλος αναγνωρίζει παρεμβάσεις προς θετική κατεύθυνση, όμως θεωρεί ότι η σταδιακή τους εφαρμογή περιορίζει την άμεση αξία τους για πολλές επιχειρήσεις. Η γεωγραφική διαφοροποίηση στην κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και η πολυετής εξέλιξη της προκαταβολής φόρου αποτελούν, κατά την κρίση του, παραδείγματα μιας πολιτικής με μακρύ ορίζοντα. Η συζήτηση για την τεκμαρτή φορολόγηση, όπως εξηγεί, δείχνει ότι οι οριζόντιες ρυθμίσεις χρειάζονται μεγαλύτερη προσαρμογή στα χαρακτηριστικά κάθε δραστηριότητας. Προτεραιότητα, σύμφωνα με τη θέση του, έχει ένα προβλέψιμο φορολογικό περιβάλλον που επιτρέπει καλύτερο προγραμματισμό. Ο χρονικός ορίζοντας εφαρμογής των μέτρων, προσθέτει, επηρεάζει άμεσα το αν μια παρέμβαση γίνεται αισθητή στην καθημερινότητα της αγοράς και την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αποτελούν, κατά τον κ. Καπράλο, κεντρική διάσταση του ιδιωτικού χρέους και συνδέονται με την ανάγκη να επιστρέψουν βιώσιμες επιχειρήσεις σε ενεργή πορεία. Προτείνει η ψηφιακή εικόνα που διαθέτει η Πολιτεία για κάθε επιχείρηση να αξιοποιηθεί για μια εξατομικευμένη ρύθμιση οφειλών, η οποία θα συνεκτιμά το μέγεθος, τον κλάδο, τη μισθοδοσία και τα πάγια κόστη. Κατά την προσέγγισή του, μια τέτοια μέθοδος μπορεί να δώσει πιο ρεαλιστικές λύσεις από ενιαία σχήματα αποπληρωμής. Παράλληλα, ζητά απλούστερες διαδικασίες, ταχύτερες επιστροφές φόρων και αποτελεσματικότερη απονομή δικαιοσύνης. Θεωρεί επίσης κρίσιμη τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης. Όπως αναφέρει, αυτές οι αλλαγές μπορούν να μετατρέψουν την πίεση των οφειλών σε λειτουργική δεύτερη ευκαιρία για επιχειρήσεις με προοπτική.
Η χρηματοδότηση βρίσκεται στον πυρήνα της ανάλυσής του, καθώς η δυνατότητα μιας επιχείρησης να επενδύει εξαρτάται από την πρόσβαση σε κατάλληλα εργαλεία και από κριτήρια που αντανακλούν τη βιωσιμότητά της. Ο κ. Καπράλος υποστηρίζει ότι απαιτούνται πιο σύγχρονες διαδικασίες πιστοποίησης, ώστε επιχειρήσεις με δυνατότητα εξέλιξης να αποκτούν πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Επιμένει επίσης στην ένταξη του εμπορίου σε ευρωπαϊκά προγράμματα, θεωρώντας ότι ο κλάδος χρειάζεται ευρύτερη συμμετοχή στους διαθέσιμους πόρους. Η αποκλειστική εξάρτηση από ίδια κεφάλαια, όπως εξηγεί, περιορίζει το περιθώριο για νέες επενδύσεις, στελέχωση και ψηφιακή προσαρμογή. Γι’ αυτό τοποθετεί στο επίκεντρο τη διοχέτευση τραπεζικών και ευρωπαϊκών πόρων στην πραγματική οικονομία, μαζί με προσεκτική εκτίμηση των νέων κανονιστικών βαρών.
Στο πεδίο του ανταγωνισμού, ο κ. Καπράλος επισημαίνει ότι οι διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες λειτουργούν με πλεονεκτήματα τα οποία επιβαρύνουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Αναφέρεται στα πλεονεκτήματα που, κατά την εκτίμησή του, συνδέονταν με το τελωνειακό καθεστώς, τον τρόπο απόδοσης του ΦΠΑ και τις διαφορές ως προς τη συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις και την προστασία του καταναλωτή. Όπως υποστηρίζει, οι αποκλίσεις αυτές διαμορφώνουν συνθήκες που δυσκολεύουν τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Οι παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προσθέτει, μπορούν να αλλάξουν επιμέρους παραμέτρους, χωρίς να καλύπτουν από μόνες τους το σύνολο του προβλήματος. Η πιστοποίηση των προϊόντων και η αποτελεσματική παρακολούθηση της αγοράς παραμένουν κρίσιμα στοιχεία για την προστασία επιχειρήσεων και καταναλωτών.
Ο Πειραιάς μπορεί, κατά την εκτίμησή του, να αποτελέσει παράδειγμα για τη σύνδεση πόλης, λιμανιού, τουρισμού και αγοράς. Ο κ. Καπράλος επικαλείται έρευνες που αναδεικνύουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών για ελληνικά προϊόντα και την πιθανότητα επαναλαμβανόμενων αγορών μετά την επιστροφή τους στις χώρες προέλευσης. Η επισκεψιμότητα μπορεί έτσι να μετατραπεί σε τοπική αγοραστική αξία και σε σταθερότερη πελατειακή βάση, ιδίως για μικρότερες επιχειρήσεις. Προτείνει εργαλεία μέσω τουριστικών εκθέσεων και ψηφιακής διασύνδεσης, ώστε το εμπόριο να ενταχθεί οργανικά στο τουριστικό προϊόν. Σύμφωνα με τη θέση του, αυτή η κατεύθυνση ανοίγει ένα παράθυρο εξωστρέφειας για την ελληνική παραγωγή και δίνει στις τοπικές επιχειρήσεις περισσότερο χώρο για επένδυση και μεγέθυνση.
