Τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης Φάσματος Συχνοτήτων (European Spectrum Union), με κοινό πλαίσιο για τη μελλοντική διάθεση των στρατηγικών συχνοτήτων, προτείνει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Η πρόταση περιλαμβάνει τη διοχέτευση έως και του 75% των μελλοντικών εσόδων από τα δικαιώματα χρήσης του ραδιοφάσματος στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το υπόλοιπο 25% θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει, μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, έργα συνδεσιμότητας και νέων τεχνολογιών.
Σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στους Financial Times, ο κ. Πιερρακάκης υποστηρίζει ότι ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αγοράς τηλεπικοινωνιών περιορίζει τις επενδύσεις και δυσχεραίνει την ανάπτυξη δικτύων νέας γενιάς.
«Η ΕΕ δεν μπορεί να ζητά από τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών της να ανταγωνίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ εξακολουθεί να οργανώνει έναν από τους πιο στρατηγικούς τομείς της σε εθνική βάση», αναφέρει.
Παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δημιουργήσει ενιαία αγορά για τα αγαθά, τις υπηρεσίες, τα κεφάλαια και τους ανθρώπους, η διαχείριση του ραδιοφάσματος εξακολουθεί να γίνεται μέσω 27 διαφορετικών εθνικών καθεστώτων αδειοδότησης.
Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι επενδύουν με διαφορετικά χρονοδιαγράμματα δημοπρασιών, διάρκειες αδειών, διαδικασίες ανανέωσης και κανονιστικούς όρους σε κάθε κράτος μέλος. Σύμφωνα με τον υπουργό, αυτή η πολυδιάσπαση αυξάνει τη ρυθμιστική αβεβαιότητα και το κόστος κεφαλαίου, δυσκολεύει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και επιβραδύνει την ανάπτυξη των υποδομών.
Η ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση γίνεται εντονότερη ενόψει της μετάβασης από τα δίκτυα πέμπτης γενιάς (5G) στα δίκτυα έκτης γενιάς (6G). Τα επόμενα χρόνια θα χρειαστεί να ανανεωθούν σταδιακά οι άδειες που αφορούν βασικές ζώνες συχνοτήτων του 5G, ενώ παραμένει αδιάθετη η ανώτερη ζώνη των 6 GHz, από 6.425 έως 7.125 MHz.
Με βάση την πρόταση, το ραδιοφάσμα θα παραμείνει στην κυριότητα των κρατών μελών και οι υφιστάμενες άδειες θα διατηρηθούν έως τη λήξη τους. Η μελλοντική διάθεση των στρατηγικών συχνοτήτων θα ενταχθεί, ωστόσο, σε κοινό ευρωπαϊκό σύστημα, με συντονισμένα χρονοδιαγράμματα ανανέωσης, εναρμονισμένους όρους αδειοδότησης, κοινά τεχνικά πρότυπα και κανόνες ασφάλειας.
Ο κ. Πιερρακάκης εκτιμά ότι μια τέτοια αλλαγή θα προσέφερε μεγαλύτερη κανονιστική σταθερότητα, χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης και καλύτερες προϋποθέσεις για τον μακροπρόθεσμο επενδυτικό σχεδιασμό. Θα μπορούσε, επίσης, να επιταχύνει την ανάπτυξη του 6G και να ενισχύσει την ευρωπαϊκή τεχνολογική και τηλεπικοινωνιακή βάση.
«Μια πιο αποτελεσματική πολιτική για το ραδιοφάσμα είναι, με αυτή την έννοια, και μια πιο αποτελεσματική βιομηχανική πολιτική», σημειώνει.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει και στην αξιοποίηση των εσόδων από την εκχώρηση δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων, τα οποία σήμερα κατευθύνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Μέσω του ειδικού χρηματοδοτικού μηχανισμού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, μέρος των πόρων αυτών θα μπορούσε να κινητοποιήσει επενδύσεις πολλαπλάσιου ύψους. Η δυνατότητα της Τράπεζας να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές θα επέτρεπε τη χρηματοδότηση υποδομών τεχνητής νοημοσύνης, κβαντικών τεχνολογιών και δικτύων νέας γενιάς.
Ο υπουργός διευκρινίζει ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο η δημιουργία πρόσθετων ίδιων πόρων για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βασικός στόχος είναι η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς συνδεσιμότητας, η ενίσχυση των επενδύσεων και η απόκτηση της τεχνολογικής κλίμακας που χρειάζεται η Ευρώπη για να ανταγωνιστεί διεθνώς.
Αναγνωρίζει ότι το ραδιοφάσμα αποτελεί σήμερα εθνική αρμοδιότητα, υποστηρίζει όμως ότι ο τρόπος διαχείρισής του πρέπει να επανεξεταστεί υπό το πρίσμα των αναγκών μιας ψηφιακής οικονομίας ηπειρωτικής κλίμακας.
«Το ερώτημα δεν είναι αν τα κράτη μπορούν να διαχειριστούν το φάσμα συχνοτήτων μεμονωμένα, αλλά αν ο κατακερματισμός αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο οργάνωσης ενός στρατηγικού περιουσιακού στοιχείου σε μια ψηφιακή οικονομία ηπειρωτικής κλίμακας. Η απάντηση είναι όχι», τονίζει.
Παραλληλίζοντας τη σημερινή σημασία της συνδεσιμότητας με τον ρόλο που είχαν ο άνθρακας και ο χάλυβας στη βιομηχανική εποχή, καταλήγει ότι ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην κατανομή των διαθέσιμων πόρων, αλλά να συμβάλλει και στη δημιουργία νέου πλούτου.
