Οι επικεφαλής τεσσάρων από τους μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς ομίλους της Ευρώπης ζητούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση σαφές και ενιαίο νομικό πλαίσιο που θα επιτρέπει στους παρόχους να μπλοκάρουν την πρόσβαση σε επιβεβαιωμένο υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών (CSAM), όταν η αφαίρεσή του από την πηγή καθυστερεί. Το αίτημα περιλαμβάνεται σε ανοικτή επιστολή προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen, την πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Roberta Metsola και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου António Costa.
Την επιστολή, με ημερομηνία 6 Αυγούστου, υπογράφουν η Margherita Della Valle της Vodafone Group, η Christel Heydemann της Orange, η Benedicte Schilbred Fasmer της Telenor Group και η Allison Kirkby της BT Group. Οι τέσσερις CEOs υποστηρίζουν ότι η διαδικτυακή διακίνηση CSAM έχει φτάσει σε «βιομηχανική κλίμακα» και αναφέρονται σε περισσότερα από 100 εκατ. αρχεία τέτοιου υλικού που ανταλλάσσονται κάθε χρόνο. Ζητούν μεγαλύτερη νομική σαφήνεια ώστε οι πάροχοι να μπορούν να περιορίζουν την πρόσβαση σε επιβεβαιωμένο παράνομο περιεχόμενο.
Ενιαίες εντολές μπλοκαρίσματος στην ΕΕ
Στο επίκεντρο της πρότασής τους βρίσκεται η θέσπιση διοικητικών εντολών σε επίπεδο ΕΕ, οι οποίες θα επιτρέπουν στους παρόχους διαδικτύου να μπλοκάρουν domains και URLs που έχουν επιβεβαιωθεί ότι συνδέονται με CSAM μέχρι να αφαιρεθεί το περιεχόμενο στην πηγή. Οι τέσσερις επικεφαλής υποστηρίζουν ότι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομικών πλαισίων δημιουργούν εμπόδια και αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα των τηλεπικοινωνιακών και διαδικτυακών παρόχων να αναλάβουν τέτοια δράση.
«Είναι απλώς απαράδεκτο γνωστό παράνομο περιεχόμενο να παραμένει προσβάσιμο όσο η αφαίρεσή του στην πηγή εκκρεμεί ή καθυστερεί», αναφέρουν στην επιστολή. Προσθέτουν ότι οι εταιρείες ήδη ενεργούν όπου το επιτρέπει η νομοθεσία, αλλά η κατάσταση διαφέρει μεταξύ των χωρών και παραμένει αβέβαιη στην πράξη. Κατά τους ίδιους, πρέπει να αρθούν επειγόντως τα ρυθμιστικά εμπόδια που αποτρέπουν τους παρόχους από το να αποκλείουν την πρόσβαση σε ιστοτόπους ή διευθύνσεις που έχουν επιβεβαιωθεί ως παράνομες από αξιόπιστες γραμμές καταγγελιών ή εξειδικευμένους τρίτους φορείς.
Οι προτεινόμενες εντολές θα λειτουργούν ως προσωρινό μέτρο περιορισμού της πρόσβασης έως ότου ολοκληρωθεί η αφαίρεση του υλικού στην πηγή. Το αίτημα εστιάζει στη δημιουργία κοινής νομικής βάσης που θα επιτρέπει αντίστοιχη αντιμετώπιση του επιβεβαιωμένου παράνομου περιεχομένου σε ολόκληρη την ΕΕ.
Νέα ευρωπαϊκή αρχή με αυστηρή εποπτεία
Οι υπογράφοντες ζητούν επίσης τη δημιουργία ευρωπαϊκού φορέα με νομική αρμοδιότητα για την ταυτοποίηση και αντιμετώπιση του CSAM σε ολόκληρη την Ένωση. Σύμφωνα με την πρότασή τους, ο φορέας θα μπορούσε να διατηρεί βάση δεδομένων με δείκτες επιβεβαιωμένου CSAM, οι οποίοι θα αποτελούν βάση για μέτρα επιβολής και μπλοκαρίσματος.
Μέχρι να δημιουργηθεί ένας τέτοιος μηχανισμός, ζητούν ενδιάμεσα μέτρα που θα επιτρέπουν αντίστοιχη δράση. Τονίζουν ότι οποιαδήποτε νέα αρχή πρέπει να υπόκειται σε αυστηρή εποπτεία και να έχει σαφώς περιορισμένη εντολή, επικεντρωμένη αποκλειστικά στο CSAM. Καλούν ακόμη ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκτός ΕΕ να υιοθετήσουν δικά τους αντίστοιχα νομικά πλαίσια.
Πίεση για ταχύτερη δράση
Για να υπογραμμίσουν την έκταση του προβλήματος, οι CEOs επικαλούνται στοιχεία της Internet Watch Foundation, σύμφωνα με τα οποία πάνω από 60% των επιβεβαιωμένων ιστοσελίδων με CSAM που καταγράφηκαν φιλοξενούνταν στην ΕΕ. Αναφέρονται επίσης στη γραμμή διαδικτυακών καταγγελιών του National Centre for Missing and Exploited Children, η οποία λαμβάνει δεκάδες εκατομμύρια αναφορές που αφορούν παιδιά, κατά κύριο λόγο ηλικίας επτά έως δέκα ετών. Οι υπογράφοντες σημειώνουν ακόμη ότι τα κορίτσια στοχοποιούνται δυσανάλογα.
«Τα παιδιά χρειάζονται προστασία τώρα, όχι σε αρκετά χρόνια», αναφέρουν, ζητώντας ταχύτερη ευρωπαϊκή δράση. «Η έκταση της κακοποίησης απαιτεί αποφασιστική δράση, επομένως η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο», προσθέτουν. Η επιστολή έρχεται ενώ οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συνεχίζουν τις διαπραγματεύσεις για μόνιμο νομικό πλαίσιο αντιμετώπισης του CSAM, μετά την υιοθέτηση προσωρινής ρύθμισης που επιτρέπει στις τεχνολογικές εταιρείες να συνεχίσουν τη σάρωση για τέτοιο υλικό.
