Η Ελλάδα καταλαμβάνει τη 10η θέση μεταξύ 20 ευρωπαϊκών χωρών στον Kearney European Telecom Health Index 2025, με συνολική βαθμολογία 69. Η ελληνική αγορά εμφανίζει μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των επιμέρους δεικτών: συγκεντρώνει 87 μονάδες στη χρηματοοικονομική επίδοση, 64 στην εμπορική ικανότητα, 55 στην ανάπτυξη τεχνολογικών υποδομών, 75 στο επιχειρηματικό περιβάλλον και 56 στο καταναλωτικό κλίμα. Η κατάταξη περιλαμβάνεται στη μελέτη της Kearney για την κατάσταση του ευρωπαϊκού τηλεπικοινωνιακού κλάδου.
Στο πεδίο των οπτικών ινών, η Kearney κατατάσσει την Ελλάδα στην ομάδα των «Laggards», μαζί με τη Γερμανία, την Ελβετία, το Βέλγιο, την Αυστρία και την Τσεχία. Πρόκειται για αγορές με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης υποδομών και χαμηλή υιοθέτηση οπτικής ίνας, οι οποίες εμφανίζουν σήμερα ισχυρές αποδόσεις αξιοποιώντας παλαιότερες υποδομές χαλκού ή ομοαξονικών δικτύων και μεταθέτοντας μεγάλες επενδύσεις αναβάθμισης. Για την Ελλάδα, πάντως, η έκθεση καταγράφει αύξηση 46% στην υιοθέτηση οπτικής ίνας μεταξύ 2023 και 2024, με πελάτες να αναβαθμίζονται από ευρυζωνικές συνδέσεις ταχύτητας 63 Mbps, έναντι μέσου όρου 171 Mbps στον δείκτη. Η Kearney αναφέρει ακόμη ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των παρόχων ενισχύθηκε, οδηγώντας σε πιο ελκυστικές προσφορές διατήρησης πελατών και αναβάθμισης υπηρεσιών.
Η εικόνα του ευρωπαϊκού δείκτη
Ο δείκτης αξιολογεί 20 ευρωπαϊκές χώρες με 21 μετρήσεις σε πέντε διαστάσεις: χρηματοοικονομική επίδοση, εμπορική ικανότητα, ανάπτυξη τεχνολογικών υποδομών, επιχειρηματικό περιβάλλον και καταναλωτικό κλίμα. Η Νορβηγία βρίσκεται στην πρώτη θέση με 82 μονάδες και ακολουθεί η Σουηδία με 81, ενώ η Ιταλία κατατάσσεται τελευταία με 57. Η Ελλάδα ισοβαθμεί στις 69 μονάδες με την Ισπανία, η οποία βρίσκεται στην 11η θέση. Για τις χρηματοοικονομικές μετρήσεις, η Kearney χρησιμοποίησε στοιχεία των μεγαλύτερων παρόχων κάθε αγοράς για την περίοδο 2021-2023, ώστε να περιορίσει την επίδραση έκτακτων γεγονότων, ενώ για τις υπόλοιπες μετρήσεις αξιοποίησε τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα.
Η Kearney επισημαίνει ότι το μέγεθος μιας αγοράς δεν εγγυάται καλύτερη κατάσταση του τηλεπικοινωνιακού κλάδου. Οι δέκα χώρες στο κάτω μισό της κατάταξης φιλοξενούν, κατά την έκθεση, το 70% του ευρωπαϊκού πληθυσμού και αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα του ΑΕΠ όλων των χωρών που περιλαμβάνονται στον δείκτη. Η μέση βαθμολογία τους διαμορφώνεται στις 63 μονάδες, έναντι 73 για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν εφαρμόζεται η ίδια μεθοδολογία.
Συγκέντρωση αγοράς και εμπειρία πελάτη
Η συγκέντρωση της αγοράς είναι ένας από τους παράγοντες που συνδέει η Kearney με την υγεία του κλάδου. Οι αγορές με τρεις παρόχους κινητής έχουν μέση συνολική βαθμολογία 70, έναντι 67 στις αγορές με τέσσερις. Η διαφορά είναι εντονότερη στη χρηματοοικονομική επίδοση, όπου οι αγορές τριών παρόχων υπερέχουν κατά 10 μονάδες, ενώ οι αποκλίσεις στο καταναλωτικό κλίμα και στην ανάπτυξη τεχνολογικών υποδομών παραμένουν περιορισμένες.
Η καταναλωτική έρευνα της Kearney συνδέει επίσης την κατάσταση της αγοράς με την ικανοποίηση από τις υπηρεσίες. Στις πέντε πρώτες χώρες του δείκτη, οι πελάτες εμφανίζονται περισσότερο ικανοποιημένοι από τους παρόχους κινητής και σταθερής και είναι πιθανότερο να αγοράζουν περισσότερες συνδρομές από τον ίδιο πάροχο. Στις πέντε τελευταίες, αντίθετα, καταγράφεται μεγαλύτερη τάση αλλαγής παρόχου και αυξημένη ζήτηση για υψηλότερες ταχύτητες, μεγαλύτερη αξιοπιστία και καλύτερη εξυπηρέτηση.
Η πίεση στις ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνίες
Η έκθεση περιγράφει έναν ευρωπαϊκό κλάδο που αντιμετωπίζει στάσιμα βασικά έσοδα, χαμηλές και υποχωρούσες αποδόσεις και επενδυτικό χρηματοδοτικό κενό. Η απόδοση επί του απασχολούμενου κεφαλαίου των ευρωπαϊκών παρόχων υποχώρησε από 6,7% το 2014 σε 5,9% το 2023, ενώ η Kearney συνδέει τη μακροπρόθεσμη υγεία του κλάδου με τη δυνατότητά του να συνεχίσει να επενδύει και να καινοτομεί.
Για την αντιμετώπιση των πιέσεων, η Kearney προτείνει επτά κατευθύνσεις: ταχύτερη εμπορική αξιοποίηση των δικτύων οπτικών ινών, αναθεώρηση του μοντέλου B2B ICT, χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στη διαχείριση της αξίας πελάτη, προηγμένη μείωση κόστους, ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δικτύων, στρατηγικό σχεδιασμό για τις δορυφορικές επικοινωνίες και μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στις ψηφιακές υποδομές. Η έκθεση εκτιμά ότι για την επίτευξη των στόχων της Ψηφιακής Δεκαετίας έως το 2030 απαιτούνται τουλάχιστον 174 δισ. ευρώ πρόσθετων επενδύσεων.
