Η υποχρεωτική απομάκρυνση τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού από προμηθευτές που θα χαρακτηριστούν υψηλού κινδύνου μπορεί να κοστίσει στους ευρωπαϊκούς παρόχους 30 έως 40 δισ. ευρώ, σύμφωνα με μελέτη της GSMA Intelligence. Η εκτίμηση καλύπτει δίκτυα κινητής, σταθερής και μεταφοράς δεδομένων και υπερβαίνει την έως τώρα ενδεικτική αποτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα δίκτυα κινητής.
Η μελέτη συνδέει το κόστος με την προτεινόμενη αναθεώρηση του ευρωπαϊκού πλαισίου κυβερνοασφάλειας, γνωστή ως CSA2. Το σχέδιο προβλέπει μέτρα για κρίσιμα στοιχεία τηλεπικοινωνιακής υποδομής και δυνατότητα υποχρεωτικής απομάκρυνσης εξοπλισμού από προμηθευτές υψηλού κινδύνου. Για τον πυρήνα και το δίκτυο ραδιοπρόσβασης 5G, η πρόταση περιγράφει τριετή περίοδο απομάκρυνσης μετά την έναρξη ισχύος της νομοθεσίας.
Το κόστος της υποχρεωτικής αντικατάστασης
Η GSMA Intelligence τοποθετεί την κεντρική εκτίμηση του άμεσου κόστους στα 35 δισ. ευρώ. Το εύρος των 30 έως 40 δισ. ευρώ προκύπτει από στοιχεία επτά ευρωπαϊκών ομίλων τηλεπικοινωνιών, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν σχεδόν τη μισή αγορά συνδέσεων κινητής και σταθερής ευρυζωνικότητας στην ΕΕ. Τα δεδομένα συγκεντρώθηκαν και επεκτάθηκαν ώστε να αποτυπωθεί το πιθανό κόστος σε ευρωπαϊκή κλίμακα.
Η μελέτη ανατέθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τους επτά ομίλους, ενώ η GSMA Intelligence αναφέρει ότι διενήργησε την ανάλυση ανεξάρτητα. Παράλληλα, περιγράφει το αποτέλεσμα ως εκτίμηση υψηλού επιπέδου, βασισμένη σε περιορισμένο σύνολο δεδομένων που παρείχαν τρίτοι. Η ίδια η μελέτη διευκρινίζει ότι οι εξαγωγές, τα μοντέλα και τα συμπεράσματά της εκφράζουν την GSMA Intelligence και όχι επίσημη θέση του ευρύτερου κλάδου.
Τα δεδομένα και τα όρια της μελέτης
Το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης αποδίδεται στα δίκτυα κινητής, όπου η εκτίμηση κυμαίνεται από 16 έως 22 δισ. ευρώ. Για τα σταθερά δίκτυα, το κόστος υπολογίζεται έως 5 δισ. ευρώ και για τα δίκτυα μεταφοράς δεδομένων μεταξύ 9 και 12 δισ. ευρώ. Σε επίπεδο σύνδεσης, η εκτίμηση φθάνει τα 30 έως 42 ευρώ στην κινητή, 28 έως 29 ευρώ στη σταθερή και 12 έως 16 ευρώ στα δίκτυα μεταφοράς.
Οι υπολογισμοί καλύπτουν την προμήθεια και εγκατάσταση νέου εξοπλισμού. Εξαιρούν την καθαρή λογιστική αξία του εξοπλισμού που θα διαγραφεί, το κόστος πιθανών διακοπών υπηρεσιών, τους περιορισμούς χωρητικότητας και τις ευρύτερες επιδράσεις στα μελλοντικά επενδυτικά προγράμματα. Η μελέτη αναφέρει ακόμη ότι ο αντικατασταθείς εξοπλισμός ραδιοπρόσβασης μπορεί να έχει χαμηλότερη ενεργειακή αποδοτικότητα, χωρίς να ποσοτικοποιεί τη σχετική επιβάρυνση.
Η πίεση στις τιμές εξοπλισμού
Πέρα από την άμεση αντικατάσταση, η GSMA Intelligence εκτιμά ότι ο περιορισμός των διαθέσιμων προμηθευτών μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση στην αγορά και να περιορίσει τον ανταγωνισμό. Με βάση τη μεθοδολογία της, οι ενδεικτικές αυξήσεις στις τιμές εξοπλισμού διαμορφώνονται σε 24% για τα δίκτυα κινητής, 19% για τα σταθερά δίκτυα και 10% για τα δίκτυα μεταφοράς.
Η μελέτη σημειώνει ότι οι αυξήσεις θα μπορούσαν να είναι υψηλότερες σε επιμέρους τμήματα της αγοράς, όπου θα απομένουν λιγότερες εναλλακτικές προμήθειας. Για την περίοδο 2027-2030, οι προγραμματισμένες επενδύσεις σε ενεργό φυσικό εξοπλισμό που εμπίπτει στους περιορισμούς υπολογίζονται κοντά στα 42 δισ. ευρώ. Οι εκτιμώμενες ανατιμήσεις προσθέτουν 8,5 δισ. ευρώ κόστους, κυρίως στα δίκτυα κινητής.
Η απόσταση από την εκτίμηση Επιτροπής
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αναφέρει ενδεικτικό ετήσιο κόστος 3 έως 4 δισ. ευρώ για τα δίκτυα κινητής επί τρία έτη, δηλαδή συνολικά περίπου 10 έως 13 δισ. ευρώ. Η GSMA Intelligence υποστηρίζει ότι εκείνη η αποτίμηση αφορά μόνο την κινητή τηλεφωνία, χωρίς αντίστοιχη εκτίμηση για σταθερά και μεταφορικά δίκτυα, και βασίζεται σε διαφορετική μεθοδολογική αφετηρία.
Ο Hosuk Lee-Makiyama, διευθυντής του ECIPE, αμφισβήτησε τη σύγκριση, χαρακτηρίζοντας τις εκτιμήσεις της GSMA Intelligence συνολικές και όχι πρόσθετες. Υποστήριξε ότι, αν αφαιρεθούν δαπάνες αντικατάστασης που θα πραγματοποιούνταν ούτως ή άλλως, το τελικό αποτέλεσμα θα προσεγγίσει περισσότερο την εκτίμηση της Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα σχολιασμού.
