Η υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης από τις κυβερνήσεις παγκοσμίως συνιστά μια από τις πιο μετασχηματιστικές δυνάμεις της εποχής μας, ωστόσο η πορεία αυτή χαρακτηρίζεται από μια κρίσιμη αντίφαση: ενώ ο αριθμός των πρωτοβουλιών αυξάνεται, η πλειονότητά τους παραμένει εγκλωβισμένη σε πιλοτικό στάδιο, αδυνατώντας να κλιμακωθεί σε ευρεία εφαρμογή. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα μιας νέας έκθεσης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, της πρώτης στο είδος της, η οποία αποκαλύπτει ότι η πρόοδος του δημόσιου τομέα στην ενσωμάτωση της ΤΝ υστερεί σημαντικά σε σχέση με τη δυναμική του ιδιωτικού τομέα. Η έκθεση, με τίτλο «Governing with Artificial Intelligence», βασίζεται σε μια εκτενή ανάλυση 200 περιπτώσεων χρήσης και δεκάδων πολιτικών σε 11 τομείς διακυβέρνησης, σκιαγραφώντας ένα σύνθετο τοπίο γεμάτο δυνατότητες, αλλά και θεμελιώδη εμπόδια που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης.
Η έρευνα τεκμηριώνει τα απτά οφέλη που μπορεί να προσφέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη στη λειτουργία του κράτους και στην εξυπηρέτηση του πολίτη. Στον τομέα της αυτοματοποίησης, τα συστήματα ΤΝ, όπως τα chatbots, χρησιμοποιούνται για να απαντούν σε ερωτήματα πολιτών και να βοηθούν στη συμπλήρωση εντύπων. Στον τομέα της πρόβλεψης, οι αλγόριθμοι βοηθούν στην έγκαιρη πρόγνωση φυσικών καταστροφών, επιτρέποντας την ταχύτερη και πιο αποτελεσματική κινητοποίηση των μηχανισμών απόκρισης. Παράλληλα, ενισχύεται η διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς πλατφόρμες ΤΝ μπορούν να αναλύσουν και να ομαδοποιήσουν τεράστιους όγκους δημόσιων απόψεων κατά τη διάρκεια διαβουλεύσεων, εντοπίζοντας σημεία σύγκλισης. Η οικονομική διάσταση αυτών των δυνατοτήτων είναι εξίσου σημαντική, με το Ινστιτούτου Alan Turing στο Ηνωμένο Βασίλειο να εκτιμά ότι η ΤΝ θα μπορούσε να αυτοματοποιήσει το 84% των επαναλαμβανόμενων συναλλαγών στις δημόσιες υπηρεσίες, εξοικονομώντας εργασία ισοδύναμη με 1.200 ανθρωποέτη ετησίως.
Παρά τις δυνατότητες, η ανάλυση του ΟΟΣΑ καταδεικνύει μια άνιση κατανομή στη διείσδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η υιοθέτησή της είναι συχνότερη σε τομείς όπως οι δημόσιες υπηρεσίες, η απονομή δικαιοσύνης, όπου μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των καθυστερήσεων, και η ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών στα κοινά. Αντιθέτως, παρατηρείται σημαντική υστέρηση σε πεδία όπως η αξιολόγηση πολιτικών και η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης. Στη φορολογική διοίκηση, η πρόοδος είναι μέτρια, καθώς η νομική πολυπλοκότητα και οι αυστηροί κανόνες για τη διακυβέρνηση δεδομένων επιβραδύνουν την ενσωμάτωση των πιο προηγμένων συστημάτων. Σε τεχνολογικό επίπεδο, οι περισσότερες εφαρμογές βασίζονται σε καθιερωμένες τεχνικές μηχανικής μάθησης (Machine Learning), ενώ η χρήση της πιο σύγχρονης Παραγωγικής ΤΝ (Generative AI) και των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs) παραμένει σπάνια.
Η στασιμότητα πολλών έργων στο πιλοτικό στάδιο αποδίδεται σε ένα σύνολο αλληλένδετων προκλήσεων. Κυρίαρχο εμπόδιο είναι η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και οι ανεπαρκείς δεξιότητες. Εξίσου κρίσιμη είναι η δυσχέρεια στην πρόσβαση και την κοινή χρήση ποιοτικών δεδομένων. Το υψηλό οικονομικό κόστος των επενδύσεων, οι ξεπερασμένοι κανονισμοί που δεν συμβαδίζουν με την τεχνολογική εξέλιξη, και η εξάρτηση από παλαιά τεχνολογικά συστήματα που είναι τεχνικά ακατάλληλα για την ανάπτυξη σύγχρονων συστημάτων ΤΝ, συνθέτουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο. Επιπλέον, ακόμη και όταν υπάρχουν φιλόδοξες εθνικές στρατηγικές, συχνά απουσιάζει η συγκεκριμένη καθοδήγηση που θα επέτρεπε τη μετατροπή τους σε εφαρμοσμένες πολιτικές, επιτείνοντας την αποστροφή ανάληψης ρίσκου.
Ο Οργανισμός υπογραμμίζει με κατηγορηματικό τρόπο ότι η πορεία προς την υιοθέτηση της ΤΝ πρέπει να είναι προσεκτική, καθώς η καινοτομία οφείλει να εξισορροπείται με την υπευθυνότητα. Υπαρκτοί κίνδυνοι, όπως τα μεροληπτικά αποτελέσματα από αλγόριθμους, οι παραβιάσεις της προστασίας δεδομένων, οι τεχνικές αστοχίες και ο κοινωνικός αποκλεισμός ευάλωτων ομάδων, απειλούν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα των συστημάτων και, κυρίως, την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος. Η έκθεση, ωστόσο, προειδοποιεί εξίσου έντονα ότι και η αδράνεια συνιστά έναν μεγάλο κίνδυνο. Η αποτυχία αξιοποίησης της ΤΝ οδηγεί σε απώλεια ευκαιριών για βελτίωση της αποδοτικότητας, διευρύνει το χάσμα ικανοτήτων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, και θέτει τις κυβερνήσεις σε θέση παθητικού αποδέκτη τεχνολογίας (technology-taker) αντί για ενεργού διαμορφωτή επιλογών (option-shaper), με σημαντικό κόστος για την ανταγωνιστικότητα και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών.
Για την επιτυχή πλοήγηση σε αυτό το απαιτητικό περιβάλλον, η έκθεση προτείνει μια συντονισμένη στρατηγική που βασίζεται σε συγκεκριμένους πυλώνες. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, Mathias Cormann, «τα σωστά πλαίσια πολιτικής και οι κατάλληλες διασφαλίσεις είναι απαραίτητα για την ενθάρρυνση της καινοτομίας και τη διασφάλιση της αξιόπιστης χρήσης της ΤΝ». Προς αυτή την κατεύθυνση, ο Οργανισμός προσδιορίζει επτά βασικούς καταλυτικούς παράγοντες (key enablers) για την επιτυχή υιοθέτηση, οι οποίοι περιλαμβάνουν τη διακυβέρνηση, τα δεδομένα, τις ψηφιακές υποδομές, τις δεξιότητες, τις επενδύσεις, τις δημόσιες προμήθειες και τις συνεργασίες με μη κυβερνητικούς φορείς. Η δημιουργία σαφών προστατευτικών πλαισίων και η ουσιαστική διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς θεωρούνται απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διαχείριση των κινδύνων και την οικοδόμηση ενός ευέλικτου και αξιόπιστου ψηφιακού κράτους του μέλλοντος.


