Η νέα στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την «Ανθεκτικότητα 2.0» αναδεικνύει την τεχνολογία σε κεντρικό πεδίο ανταγωνισμού, ευκαιριών και συστημικών κινδύνων για το μέλλον της Ευρώπης. Σύμφωνα με την Έκθεση Στρατηγικής Διορατικότητας για το 2025, η ικανότητα της Ένωσης να αναπτύσσει, να υιοθετεί και να διαμορφώνει το παγκόσμιο πλαίσιο για τις τεχνολογίες αιχμής, με κυρίαρχη την τεχνητή νοημοσύνη, αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη μελλοντική της ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την προάσπιση των δημοκρατικών της αξιών.
Η έκθεση σκιαγραφεί μια διττή πραγματικότητα: από τη μία, η τεχνολογική υπεροχή αποτελεί ισχυρό γεωπολιτικό και οικονομικό πλεονέκτημα, ικανό να ενισχύσει την παραγωγικότητα και την καινοτομία. Από την άλλη, η ραγδαία διείσδυσή της ενέχει κινδύνους για την ασφάλεια, τα δικαιώματα και την κοινωνική συνοχή. Για τον λόγο αυτό, η ανάλυση τονίζει την ανάγκη για τη διαμόρφωση ενός διακριτού ευρωπαϊκού μοντέλου τεχνολογικής διακυβέρνησης, βασισμένου στις αξίες, σε αντιδιαστολή με το αμερικανικό μοντέλο που καθοδηγείται από την αγορά και το κινεζικό που καθοδηγείται από το κράτος.
Ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα που αναδεικνύει η έκθεση είναι η στρατηγική εξάρτηση της Ευρώπης σε κρίσιμες ψηφιακές υποδομές. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τομέας του υπολογιστικού νέφους, όπου περίπου το 70% της υποδομής της ΕΕ ελέγχεται από τρεις αμερικανικές εταιρείες. Αυτή η εξάρτηση, σύμφωνα με την έκθεση, εκθέτει την ΕΕ σε κινδύνους που αφορούν την ασφάλεια των δεδομένων, την οικονομική πίεση, ακόμα και την κατασκοπεία, καθιστώντας την ενίσχυση της ψηφιακής κυριαρχίας απόλυτη προτεραιότητα.
Η τεχνητή νοημοσύνη ξεχωρίζει ως μια «τεχνολογία γενικού σκοπού» με οριζόντιες επιπτώσεις. Η έκθεση την περιγράφει ως «πολλαπλασιαστή ισχύος», ικανό να επιταχύνει την επιστημονική ανακάλυψη, αλλά ταυτόχρονα προειδοποιεί ότι μπορεί να προσφέρει πρωτοφανείς δυνατότητες σε κακόβουλους δρώντες για την ανάπτυξη προηγμένων βιολογικών όπλων, κυβερνοεπιθέσεων ή συστημάτων αυτόνομης παρακολούθησης. Η δεσπόζουσα θέση λίγων παγκόσμιων εταιρειών στην ανάπτυξή της απαιτεί αποφασιστική πολιτική δράση.
Ως απάντηση, η Κομισιόν προτείνει η ΕΕ να αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας διακυβέρνησης για τις τεχνολογίες υψηλού αντικτύπου. Στοχεύει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί να αναπτύσσεται με ασφάλεια εντός της Ευρώπης, ευθυγραμμισμένη με τις ευρωπαϊκές αξίες. Πρωτοβουλίες όπως τα «AI Gigafactories» και ο «Κώδικας Πρακτικής για την Τεχνητή Νοημοσύνη Γενικού Σκοπού» αναφέρονται ως παραδείγματα για την οικοδόμηση στρατηγικής αυτονομίας στην έρευνα και τις υποδομές.
Πέρα από την τεχνητή νοημοσύνη, η έκθεση στρέφει την προσοχή και σε άλλες αναδυόμενες τεχνολογίες όπως η κβαντική υπολογιστική, η βιοτεχνολογία και η νευροτεχνολογία. Παράλληλα, αναγνωρίζει την ύπαρξη εξαιρετικά αμφιλεγόμενων τεχνολογιών, όπως η υπερνοημοσύνη, η ανθρώπινη επαύξηση ή η ηλιακή γεωμηχανική, για τις οποίες η Ευρώπη καλείται να επιδείξει ηγεσία βασισμένη στην αρχή της προφύλαξης.
Η τεχνολογική μετάβαση συνδέεται άρρηκτα με τον ανθρώπινο παράγοντα. Η έκθεση ζητά τον «επανασχεδιασμό της εκπαίδευσης και της εργασίας», τονίζοντας την ανάγκη για μαζικές επενδύσεις στην αναβάθμιση δεξιοτήτων και την καλλιέργεια ενός ευρέος «γραμματισμού στην τεχνητή νοημοσύνη». Τέλος, η έκθεση είναι αυτοκριτική, αναγνωρίζοντας τις εσωτερικές αδυναμίες της ΕΕ, όπως ο κατακερματισμός της τεχνολογικής διακυβέρνησης και οι δυσκολίες στη χρηματοδότηση υψηλού ρίσκου, εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν για την επίτευξη των στρατηγικών της στόχων.


