Τροποποιήσεις στους προτεινόμενους όρους σύνδεσης των κέντρων δεδομένων με το ηλεκτρικό δίκτυο ζητά η Ελληνική Ένωση Κατασκευαστών και Λειτουργών Κέντρων Δεδομένων (GRDCA), δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των επενδύσεων που έχουν ήδη εξασφαλίσει προσφορά ή σύμβαση σύνδεσης.
Στη δημόσια διαβούλευση του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία ολοκληρώθηκε στις 24 Οκτωβρίου, η Ένωση συμφωνεί με την ανάγκη περιορισμού των ανενεργών αιτημάτων που δεσμεύουν ηλεκτρικό χώρο, επισημαίνει όμως ότι οι νέες απαιτήσεις δεν πρέπει να επιβαρύνουν έργα που βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης ή κατασκευής.
Το άρθρο 55 προβλέπει ότι όσοι διαθέτουν Οριστική Προσφορά ή Σύμβαση Σύνδεσης θα έχουν πέντε μήνες από τη δημοσίευση του νόμου για να υποβάλουν πρόσθετα δικαιολογητικά, συμφωνία αγοράς ενέργειας και τεχνική έκθεση. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προβλέπεται ακύρωση της προσφοράς ή, εφόσον υπάρχει υπογεγραμμένη σύμβαση, αυτοδίκαιη παύση και των δύο. Για τα εκκρεμή αιτήματα, αντίθετα, η προθεσμία είναι δώδεκα μήνες.
Η GRDCA ζητά να διατηρηθούν οι όροι των υφιστάμενων προσφορών και συμβάσεων ή, εναλλακτικά, να δοθεί τουλάχιστον δωδεκάμηνη προθεσμία προσαρμογής, με προηγούμενη ειδοποίηση πριν από οποιαδήποτε ακύρωση.
Ανάλογους προβληματισμούς εκφράζει η Data4 Greece, η οποία έχει ήδη θέσει σε λειτουργία τμήμα του πρώτου κέντρου δεδομένων της στην Παιανία. Η εταιρεία επισημαίνει ότι η ανάπτυξη και ηλεκτροδότηση των εγκαταστάσεων γίνεται σταδιακά και ζητά οι εξαιρέσεις για τα λειτουργούντα κέντρα να καλύπτουν ολόκληρη τη συμβασιοποιημένη ισχύ, ακόμη και εκείνη που δεν έχει ηλεκτροδοτηθεί. Διαφορετικά, όπως υποστηρίζει, ενδέχεται να επηρεαστούν συμβάσεις σύνδεσης εγκαταστάσεων που ήδη εξυπηρετούν πελάτες. Για ισχύ που έχει δεσμευτεί με εμπορικές συμφωνίες προτείνει εξαίρεση από τις νέες υποχρεώσεις ΑΠΕ ή μεταβατική περίοδο 24 μηνών.
Η Digital Realty εισηγείται προθεσμία 24 μηνών για τη συμπλήρωση εκκρεμών αιτημάτων και, για έργα με ήδη χορηγημένη προσφορά σύνδεσης, οκτώ μήνες για την εγγυητική επιστολή και 24 για τα υπόλοιπα δικαιολογητικά.
Για τις νέες επενδύσεις, ένα από τα βασικά ζητήματα είναι οι δαπάνες που απαιτούνται πριν αποσαφηνιστούν οι δυνατότητες σύνδεσης. Το νομοσχέδιο προβλέπει κατά κανόνα την υποβολή πλήρους φακέλου Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και προέγκρισης οικοδομικής άδειας μαζί με την αίτηση. Για έργα άνω των 200 MW που πληρούν τις προϋποθέσεις ειδικής προτεραιότητας, ο περιβαλλοντικός φάκελος μπορεί να κατατεθεί έως τη λήξη της προθεσμίας αποδοχής της προσφοράς σύνδεσης.
Σύμφωνα με τη GRDCA, η σχετική προετοιμασία μπορεί να απαιτήσει 18 έως 24 μήνες και δαπάνες 2,5 έως 5 εκατ. ευρώ, πριν ο επενδυτής γνωρίζει τη διαθέσιμη ισχύ και τους τεχνικούς όρους σύνδεσης. Προτείνει σταδιακή υποβολή των δικαιολογητικών και αποδοχή προσυμφώνων για την εξασφάλιση της γης.
Ενστάσεις διατυπώνονται και για το κριτήριο οικονομικής επάρκειας. Για έργα που συνδέονται στο Σύστημα Μεταφοράς απαιτείται ετήσιος κύκλος εργασιών μεγαλύτερος από το 30% του τεκμαρτού κόστους κατασκευής, το οποίο καθορίζεται στα 10 εκατ. ευρώ ανά MW. Έτσι, για ένα κέντρο δεδομένων 50 MW απαιτείται κύκλος εργασιών άνω των 150 εκατ. ευρώ σε τουλάχιστον ένα από τα τρία προηγούμενα έτη, με δυνατότητα συνυπολογισμού των μετόχων και συνδεδεμένων εταιρειών.
Η Ένωση προτείνει μείωση του ποσοστού στο 10%-15% ή αποδοχή εναλλακτικών αποδεικτικών χρηματοδότησης. Διαφωνεί επίσης με την ειδική προτεραιότητα των έργων άνω των 200 MW, η οποία προϋποθέτει κάλυψη τουλάχιστον 80% της μέγιστης ισχύος κατανάλωσης από κατανεμόμενη μονάδα παραγωγής ή/και σύστημα αποθήκευσης, με πρόσθετες τεχνικές απαιτήσεις. Κατά την GRDCA, η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται στην πραγματική ωριμότητα της επένδυσης.
Οι εγγυητικές επιστολές καθορίζονται σε 200.000 ευρώ ανά MW μέγιστης ισχύος κατανάλωσης. Για ένα έργο 100 MW απαιτείται επομένως εγγυητική 20 εκατ. ευρώ. Η GRDCA αποδέχεται τον μηχανισμό ως μέσο αποτροπής κερδοσκοπικών αιτημάτων, ζητά όμως σταδιακή απομείωση με την πρόοδο της επένδυσης και προστασία σε περιπτώσεις καθυστερήσεων για τις οποίες δεν ευθύνεται ο επενδυτής.
Η Digital Realty επιδιώκει περισσότερες δυνατότητες επιστροφής της εγγύησης. Η K3 Capital προτείνει την κατάθεσή της μετά τη χορήγηση της προσφοράς σύνδεσης, με ανώτατο όριο 30 εκατ. ευρώ ανά αίτημα, ενώ η BlueKobalt Infrastructure ζητά να μην καταπίπτει όταν οι όροι σύνδεσης καθιστούν το έργο μη βιώσιμο. Η γραμματεία του Foreign Investors Council επισημαίνει ότι οι καθυστερήσεις των διαχειριστών στην έκδοση προσφορών δεσμεύουν για μεγάλο διάστημα τα πιστοδοτικά όρια των εταιρειών.
Για την υποχρέωση κάλυψης τουλάχιστον 60% της ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), η GRDCA ζητά να αναγνωρίζονται υφιστάμενες συμφωνίες αγοράς ενέργειας, εγγυήσεις προέλευσης και συμβάσεις με παραγωγούς εκτός Ελλάδας, χωρίς υποχρεωτική ωριαία αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης.
Η Data4 επισημαίνει ότι οι ενεργειακές ανάγκες των κέντρων δεδομένων αυξάνονται σταδιακά, καθώς εγκαθίστανται νέοι πελάτες. Προτείνει να αρκεί αρχικά ένα σχέδιο προμήθειας ενέργειας και η δεσμευτική σύμβαση να υπογράφεται όταν η πραγματική μέση κατανάλωση φτάσει ενδεικτικά τα 5 MW, με δυνατότητα συνδυασμού συμφωνιών και εγγυήσεων προέλευσης.
Η K3 Capital, εταιρεία συνδεδεμένη με τον Απόστολο Κάκκο, ιδρυτή της Lamda Hellix, εισηγείται μείωση της υποχρεωτικής κάλυψης από ΑΠΕ στο 20% και της πρόσθετης απαίτησης κάλυψης ισχύος για την προτεραιότητα των μεγάλων έργων από 80% σε 40%. Προτείνει ακόμη οι σχετικές υποχρεώσεις να εφαρμόζονται 18 μήνες μετά την ηλεκτροδότηση κάθε φάσης.
Η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) ζητά πλήρη κάλυψη της πρόσθετης κατανάλωσης από νέα έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης, με φυσική παράδοση και χρονική αντιστοίχιση ανά δεκαπεντάλεπτο. Η Greenpeace προτείνει αύξηση του ελάχιστου ποσοστού στο 80%, με ενέργεια από νέα έργα ΑΠΕ στην Ελλάδα.
Στη διαβούλευση συμμετείχε επίσης η γαλλική BlueKobalt Infrastructure, η οποία ιδρύθηκε το 2026 από δύο πρώην στελέχη της Voltalia. Σύμφωνα με αγγελία πρόσληψης για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων εκτός Γαλλίας, η Ελλάδα αποτελεί την πρώτη αγορά στην οποία σχεδιάζει να επεκταθεί. Η εταιρεία αναφέρεται σε ανάπτυξη εγκαταστάσεων ισχύος 50 έως 300 MW για τεχνητή νοημοσύνη και υπολογιστική υψηλών επιδόσεων, χωρίς από τα διαθέσιμα στοιχεία να προκύπτει ανακοίνωση συγκεκριμένης επένδυσης στην ελληνική αγορά.


