Αλλαγή κατεύθυνσης στην ευρωπαϊκή πολιτική για τις τηλεπικοινωνίες ζητούν 17 επικεφαλής μεγάλων ομίλων του κλάδου, συνδέοντας τις αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα για τα δίκτυα με τη θέση της Ευρώπης στην Τεχνητή Νοημοσύνη, το υπολογιστικό νέφος (cloud), τις αμυντικές τεχνολογίες και συνολικά στον διεθνή τεχνολογικό ανταγωνισμό.
Η κοινή δήλωση που δημοσιοποίησε η Connect Europe έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκονται σε εξέλιξη κρίσιμες ευρωπαϊκές νομοθετικές παρεμβάσεις. Η μεγαλύτερη πίεση ασκείται στον Νόμο για τα Ψηφιακά Δίκτυα (Digital Networks Act – DNA) και στον Νόμο για την Κυβερνοασφάλεια (Cybersecurity Act – CSA).
Οι 17 επικεφαλής ξεκινούν από το ύψος των επενδύσεων που απαιτούνται. Το οικοσύστημα συνδεσιμότητας συνεισφέρει ήδη το 5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι επενδύουν 64 δισ. ευρώ ετησίως. Παρ’ όλα αυτά, όπως επισημαίνουν, χρειάζονται ακόμη 475 δισ. ευρώ μόνο για να αποκτήσει η Ευρώπη δίκτυα κινητής παγκόσμιας κλάσης.
«Τα δίκτυα συνδεσιμότητας αποτελούν το θεμέλιο της τεχνολογικής υποδομής της Ευρώπης», αναφέρουν. Η Ευρώπη, προσθέτουν, εξακολουθεί να ελέγχει αυτό το κρίσιμο επίπεδο, όμως η θέση της κινδυνεύει από ασυντόνιστες μεταρρυθμίσεις.
Στις επενδύσεις που θεωρούν απαραίτητες περιλαμβάνονται η συνδεσιμότητα gigabit για όλους, τα αυτόνομα δίκτυα 5G (standalone 5G) για τη βιομηχανία, τα υποθαλάσσια καλώδια, οι δορυφόροι και αργότερα τα δίκτυα 6G.
Οι τηλεπικοινωνιακές εταιρείες, πάντως, δεν περιορίζουν την παρέμβασή τους στις παραδοσιακές υποδομές.
Στην Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) δηλώνουν έτοιμες να συμμετάσχουν στην κατασκευή ευρωπαϊκών εργοστασίων Τεχνητής Νοημοσύνης (AI Factories) και υπερ-εργοστασίων Τεχνητής Νοημοσύνης (AI Gigafactories), στην ανάπτυξη ανοικτών και κυρίαρχων πλατφορμών AI και στη διεύρυνση της πρόσβασης των πελατών σε σχετικά εργαλεία. Υπογραμμίζουν επίσης ότι η AI αυξάνει σημαντικά την κίνηση δεδομένων και δημιουργεί πρόσθετες απαιτήσεις στα δίκτυα για την εξαγωγή συμπερασμάτων από μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης (AI inference).
Στο κυρίαρχο υπολογιστικό νέφος (Sovereign Cloud) αναφέρονται στην ανάγκη δημιουργίας νέας χωρητικότητας δεδομένων, από υπολογιστικό νέφος παρυφής (edge cloud) ενσωματωμένο στα δίκτυα κινητής έως κυρίαρχα κέντρα δεδομένων (sovereign data centres) και πλατφόρμες cloud. Στο ίδιο πεδίο εντάσσουν τη διασύνδεση υποδομών cloud σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και την παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών.
Σημαντικό μέρος της δήλωσης αφορά και την αμυντική τεχνολογία και την ανθεκτικότητα. Οι εταιρείες συνδέουν τις δυνατότητές τους με τον στόχο επενδύσεων 1,5% του ΑΕΠ σε κρίσιμες υποδομές που έχει συμφωνηθεί στο ΝΑΤΟ. Μεταξύ άλλων αναφέρονται σε ασφαλείς στρατιωτικές επικοινωνίες, εντοπισμό drones, λύσεις κυβερνοασφάλειας, διαχειριζόμενες λειτουργίες ασφάλειας, ειδικά τμήματα δικτύου 5G (5G network slices) και δορυφορικές επικοινωνίες (satcom).
Κατά τους υπογράφοντες, οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να ενισχύσουν την καινοτομία, την ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση και την τεχνολογική κυριαρχία της ηπείρου σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας.
Ως θετικά βήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφουν τον Νόμο για την Ανάπτυξη του Cloud και της Τεχνητής Νοημοσύνης (Cloud and AI Development Act), καθώς και την πρόσφατη ρύθμιση για το φάσμα των κινητών δορυφορικών υπηρεσιών. Εκτιμούν ότι με τις παρεμβάσεις αυτές δημιουργείται χώρος για ευρωπαϊκές λύσεις τόσο στο cloud όσο και στη δορυφορική συνδεσιμότητα.
Ανάλογη αλλαγή ζητούν στην πολιτική για τις συγχωνεύσεις. Θέλουν μεγαλύτερη ευχέρεια τόσο για ενοποιήσεις μέσα στις εθνικές αγορές όσο και για διασυνοριακές συγκεντρώσεις, θεωρώντας ότι η μεγαλύτερη κλίμακα μπορεί να ενισχύσει τη δυνατότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών να χρηματοδοτούν επενδύσεις και καινοτομία.
Πολύ πιο επικριτική είναι η τοποθέτησή τους για τον Νόμο για τα Ψηφιακά Δίκτυα. Το σημερινό σχέδιο του DNA, όπως αναφέρουν, «δεν αντιμετωπίζει την ανάγκη της Ευρώπης να βελτιώσει ουσιαστικά τις συνθήκες επενδύσεων και καινοτομίας στη συνδεσιμότητα».
Κεντρικό ζήτημα είναι το φάσμα. Οι επικεφαλής των ομίλων στηρίζουν την πρόταση της Επιτροπής οι άδειες χρήσης να είναι κατά κανόνα αόριστης διάρκειας και, στις εξαιρετικές περιπτώσεις, να έχουν ελάχιστη διάρκεια 40 ετών.
Την τελευταία 12ετία ο ευρωπαϊκός τηλεπικοινωνιακός κλάδος έχει δαπανήσει 110 δισ. ευρώ για άδειες φάσματος. Η απομάκρυνση από τις συχνές δημοπρασίες, υποστηρίζουν, θα επέτρεπε να κατευθυνθεί μεγαλύτερο μέρος αυτών των κεφαλαίων στο 5G, στις οπτικές ίνες και αργότερα στο 6G.
Ιδιαίτερα αναλυτική είναι και η αναφορά στη μετάβαση στις οπτικές ίνες. Οι ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνιακές εταιρείες επενδύουν πάνω από 30 δισ. ευρώ ετησίως σε δίκτυα οπτικών ινών έως το σπίτι (Fiber to the Home – FTTH). Οι υπογράφοντες, όμως, διαφωνούν με την υποχρεωτική απενεργοποίηση λειτουργικών δικτύων χαλκού και οπτικών ινών ως μέσο για να επιταχυνθούν οι νέες επενδύσεις.
Εκτιμούν ότι μια τέτοια προσέγγιση θα περιόριζε τις επιλογές των καταναλωτών, θα αποδυνάμωνε τον ανταγωνισμό μεταξύ των υποδομών και θα αγνοούσε τις διαφορετικές συνθήκες στις ευρωπαϊκές αγορές.
«Η μετάβαση στις οπτικές ίνες πρέπει να καθοδηγείται από καλύτερες συνθήκες για την ανάπτυξή τους, από τις επιλογές των καταναλωτών και από την εξέλιξη της ζήτησης στην αγορά και όχι από κανονιστική επιβολή», σημειώνουν.
Οι καταναλωτές, προσθέτουν, πρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι να επιλέγουν υπηρεσίες που καλύπτουν τις ανάγκες τους. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δικτύων, σύμφωνα με την ίδια θέση, δεν αφορά μόνο την ταχύτητα, αλλά και την ποιότητα, την αξιοπιστία και την εξυπηρέτηση.
Αλλαγές θεωρούν αναγκαίες και στην εκ των προτέρων ρύθμιση (ex-ante regulation). Επικαλούμενοι την έκθεση Draghi, σημειώνουν ότι το υφιστάμενο μοντέλο αποθαρρύνει τις επενδύσεις και την ανάληψη κινδύνου. Κανόνες που σχεδιάστηκαν πριν από δεκαετίες για τα δίκτυα χαλκού, υποστηρίζουν, δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιοι στις σημερινές, περισσότερο ανταγωνιστικές αγορές οπτικών ινών.
«Όπου οι αγορές λειτουργούν, ο ανταγωνισμός πρέπει να προηγείται και η ρύθμιση να παραμένει δίχτυ ασφαλείας», αναφέρεται στη δήλωση.
Για την ουδετερότητα του διαδικτύου (net neutrality) η θέση τους είναι ότι οι αρχές του Ανοικτού Διαδικτύου (Open Internet) μπορούν να διατηρηθούν, χωρίς να αποκλείεται η αξιοποίηση νέων δυνατοτήτων στα δίκτυα 5G και 6G. Ζητούν νομική βεβαιότητα για υπηρεσίες όπως ο καταμερισμός του δικτύου σε επιμέρους τμήματα (network slicing), η διαφοροποίηση της ποιότητας και οι νέες βιομηχανικές εφαρμογές.
Οι εταιρείες βάζουν επίσης στο τραπέζι την απλοποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου. Ο DNA, σημειώνουν, θα πρέπει να υλοποιήσει στην πράξη τη δέσμευση της Επιτροπής για «απλότητα εκ σχεδιασμού» (simplicity by design), με λιγότερη ρύθμιση και γραφειοκρατία, μεγαλύτερη εναρμόνιση και περισσότερο χώρο για επενδύσεις και καινοτομία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδουν στη σχέση μεταξύ του DNA και του Νόμου για την Κυβερνοασφάλεια. Ενώ ο πρώτος έχει στόχο να ενισχύσει την επενδυτική δυνατότητα του κλάδου, εκτιμούν ότι ο CSA μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, απορροφώντας κεφάλαια που διαφορετικά θα κατευθύνονταν σε οπτικές ίνες, 5G και 6G.
Οι οριζόντιες απαιτήσεις απομάκρυνσης εξοπλισμού που προβλέπονται στο πλαίσιο του CSA θα μπορούσαν, σύμφωνα με τη δήλωση, να προκαλέσουν κόστος αντικατάστασης έως 40 δισ. ευρώ. Επικαλούνται ακόμη πρόσφατη μελέτη, σύμφωνα με την οποία οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο οικονομικό κόστος, αλλά περιλαμβάνουν λειτουργικές διαταραχές και συνέπειες για τους πελάτες.
Απέναντι σε οριζόντιες απαγορεύσεις προτείνουν «μια αναλογική προσέγγιση που θα βασίζεται στον κίνδυνο» και θα εξετάζει εναλλακτικά μέτρα περιορισμού του. Ζητούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη ο κύκλος ζωής των επενδύσεων και το ζήτημα της αποζημίωσης όταν επιβάλλεται αντικατάσταση υποδομών.
Τη δήλωση υπογράφουν συνολικά 17 επικεφαλής τηλεπικοινωνιακών εταιρειών: η Ana Figueiredo, CEO και πρόεδρος της MEO, ο Amel Kovačević, γενικός διευθυντής της BH Telecom, η Benedicte Schilbred Fasmer, πρόεδρος και CEO της Telenor Group, ο Boštjan Košak, CEO της Telekom Slovenije, η Christel Heydemann, CEO της Orange Group, ο Christoph Aeschlimann, CEO της Swisscom Group, ο Georgios Metzakis, CEO της Cyta, ο Joost Farwerck, CEO και πρόεδρος της KPN, ο Marc Murtra, πρόεδρος και CEO της Telefónica, ο Mike Fries, πρόεδρος και CEO της Liberty Global, ο Pietro Labriola, CEO και γενικός διευθυντής της TIM, ο Stan Miller, CEO της United Group, ο Stijn Bijnens, CEO της Proximus Group, ο Thomas Arnoldner, αναπληρωτής CEO της A1 Telekom Austria Group, ο Timotheus Höttges, CEO της Deutsche Telekom, ο Tomáš Kouřil, CEO της CETIN και ο Topi Manner, CEO της Elisa Corporation.
Στο τέλος της κοινής παρέμβασης δηλώνουν έτοιμοι να συμβάλουν στην προσπάθεια για ευρωπαϊκή τεχνολογική ηγεσία, αλλά επαναφέρουν την ανάγκη αλλαγών στις δύο νομοθετικές παρεμβάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.
«Οι μεταρρυθμίσεις του DNA και του CSA πρέπει να διορθωθούν, ώστε να δώσουν στον κλάδο τη δυνατότητα να επενδύσει περισσότερο», αναφέρουν, καλώντας τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση ώστε η Ευρώπη να συμβαδίσει με τον παγκόσμιο ανταγωνισμό και την τεχνολογική καινοτομία.
