Νέες επενδύσεις, διεύρυνση της παραγωγικής δραστηριότητας και ισχυρότερη διεθνή παρουσία σχεδιάζουν οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο ελληνικό διαστημικό οικοσύστημα, όπως προέκυψε από τις τοποθετήσεις των στελεχών τους χθες στο Greek Space Tech Forum 2026.
Το συνέδριο επιβεβαίωσε ότι η ελληνική διαστημική βιομηχανία εισέρχεται πλέον σε νέα φάση ανάπτυξης. Κυριάρχησαν το νέο εθνικό πρόγραμμα για τις διαστημικές τεχνολογίες, Hellas Space 2.0, οι νέες παραγωγικές επενδύσεις, η ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας και η διεύρυνση της συμμετοχής ελληνικών εταιρειών σε διεθνή διαστημικά προγράμματα.
Η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει ρόλο τεχνολογικού ηγέτη και αναδόχου (prime contractor) στην ευρωπαϊκή διαστημική βιομηχανία και όχι να περιορίζεται στον ρόλο του υπεργολάβου (subcontractor), ανέφερε ο γενικός διευθυντής του Corallia και επικεφαλής του si-Cluster και του ESA BIC Greece, Jorge-A. Sanchez. Όπως επισήμανε, οι 18 εκτοξεύσεις μικροδορυφόρων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, αλλά και όσες θα ακολουθήσουν, δημιουργούν πλέον κρίσιμη τεχνογνωσία για την ελληνική διαστημική βιομηχανία. Η επόμενη πρόκληση είναι οι νεοφυείς επιχειρήσεις να μετατρέψουν την τεχνογνωσία αυτή σε διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες, αξιοποιώντας εφαρμογές στην πολιτική προστασία, τη ναυτιλία, τη γεωργία και τη διαχείριση φυσικών καταστροφών.
Το Hellas Space 2.0 βρέθηκε στο επίκεντρο και των παρεμβάσεων της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος (European Space Agency – ESA). Ο επικεφαλής του Τμήματος Έργων Παρατήρησης της Γης, Dominique Gillieron, σημείωσε ότι η δεύτερη φάση του προγράμματος θα είναι πιο απαιτητική και θα πρέπει να βασιστεί στην εμπειρία που αποκτήθηκε από την πρώτη. Χαρακτήρισε το ελληνικό πρόγραμμα πρότυπο για την ESA, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα δεν ανέπτυξε μόνο δυνατότητες κατασκευής δορυφόρων, αλλά ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα που περιλαμβάνει παραγωγή, υποδομές, υπηρεσίες και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι η ESA θα συνεχίσει να στηρίζει ενεργά την επόμενη φάση του προγράμματος.
Στο νέο επενδυτικό σχεδιασμό της Open Cosmos στην Ελλάδα αναφέρθηκε η διευθύνουσα σύμβουλος της Open Cosmos Aegean, Μαρία Καλαμά, προαναγγέλλοντας σχετικές ανακοινώσεις τον Σεπτέμβριο. Όπως είπε, δύο από τους δορυφόρους του ελληνικού προγράμματος κατασκευάζονται πλέον εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, από την παραγωγή των ηλεκτρονικών πλακετών μέχρι τη συναρμολόγηση και τις περιβαλλοντικές δοκιμές, ενώ η ελληνική μονάδα κατασκευάζει ήδη δορυφόρους και για διεθνείς πελάτες. Παράλληλα, τρεις έως τέσσερις ελληνικές εταιρείες έχουν ενταχθεί στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα του ομίλου.
Για τον Hyperion GR-1, οποίος εκτοξεύτηκε χθες με επιτυχία, σημείωσε ότι πρόκειται για τον πιο προηγμένο δορυφόρο που έχει κατασκευάσει μέχρι σήμερα η Open Cosmos, με δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης και διαδορυφορικές ζεύξεις. Μετά την εκτόξευσή του αποκαταστάθηκε άμεσα η επικοινωνία με τον δορυφόρο και όλα τα συστήματα λειτουργούν σύμφωνα με τον σχεδιασμό. Τα δεδομένα του θα αξιοποιούνται στην πολιτική προστασία, την παρακολούθηση πυρκαγιών και πλημμυρών, τη θαλάσσια επιτήρηση, τη γεωργία ακριβείας, την προστασία του περιβάλλοντος και την παρακολούθηση κρίσιμων υποδομών.
Σημαντική παραγωγική επένδυση ανακοίνωσε και η ICEYE. Ο διευθύνων σύμβουλος της ICEYE Greece, Βασίλης Χαλουλάκος, γνωστοποίησε ότι στην Ελλάδα δημιουργείται η μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής της εταιρείας διεθνώς, με δυνατότητα κατασκευής έως 150 δορυφόρων ετησίως. Παράλληλα, προανήγγειλε νέα στρατηγική συνεργασία με ελληνική εταιρεία, η οποία θα ενταχθεί στα παγκόσμια προγράμματα μηχανικής και παραγωγής της ICEYE, ανεξάρτητα από το ελληνικό διαστημικό πρόγραμμα. Όπως είπε, στόχος είναι η Ελλάδα να αποτελέσει τον περιφερειακό κόμβο της εταιρείας για τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Ανάλογο μήνυμα έστειλε και η OroraTech Greece. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Ιωάννης Λαντούρης, ανέφερε ότι η συμμετοχή στο ελληνικό διαστημικό πρόγραμμα οδήγησε την εταιρεία να εξετάζει νέες συνεργασίες και επενδύσεις στη χώρα. Υπενθύμισε ότι η OroraTech έχει ήδη παραδώσει τέσσερις δορυφόρους εντός χρονοδιαγράμματος και προϋπολογισμού και παρέχει δεδομένα στην ελληνική κυβέρνηση, εκτιμώντας ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης της δραστηριότητάς της στην Ελλάδα.
