Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον ένα μελλοντικό σενάριο για το κράτος, αλλά έναν κρίσιμο παράγοντα διοικητικής ικανότητας, ποιότητας υπηρεσιών και εθνικής ανταγωνιστικότητας. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγάγει την ταχεία και αξιόπιστη υιοθέτηση της AI σε προτεραιότητα για τον δημόσιο τομέα, επισημαίνοντας ότι μπορεί να βελτιώσει την αποδοτικότητα του κράτους και την παροχή υπηρεσιών προς τον πολίτη. Στην Ελλάδα, η κατεύθυνση αυτή δεν είναι θεωρητική: η Βίβλος Ψηφιακού Μετασχηματισμού προβλέπει ρητά την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Δημόσια Διοίκηση, τόσο για καλύτερες εσωτερικές λειτουργίες όσο και για καλύτερες υπηρεσίες προς πολίτες και επιχειρήσεις.
Ιδίως για την Ελλάδα, το πεδίο των εφαρμογών στην ελληνική γλώσσα έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η ελληνική είναι γλώσσα με μικρότερη διεθνή εμπορική βαρύτητα από τα αγγλικά ή τα γαλλικά, άρα δεν είναι βέβαιο ότι οι μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες θα επενδύσουν επαρκώς στην ποιότητα, την ακρίβεια και τη νομικοδιοικητική της ιδιαιτερότητα. Γι’ αυτό έχει βαρύνουσα σημασία ότι το ελληνικό AI Factory Pharos εντάσσει ρητά στους βασικούς τομείς προτεραιότητας το Culture and Language, ενώ θα αξιοποιήσει τον υπερυπολογιστή DAEDALUS ως υπολογιστικό πυρήνα για την ανάπτυξη προηγμένων υπηρεσιών AI από ακαδημαϊκούς φορείς, δημόσιο τομέα και επιχειρήσεις. Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς τεχνολογική· είναι ζήτημα ψηφιακής κυριαρχίας και πολιτισμικής συνέχειας.
Τα οφέλη για το Δημόσιο μπορεί να είναι άμεσα και μετρήσιμα. Η Ελλάδα έχει ήδη κάνει ένα πρώτο βήμα με το mAigov, τον ψηφιακό βοηθό του gov.gr, ο οποίος επιτρέπει στον πολίτη να διατυπώνει ερωτήματα σε φυσική γλώσσα και να κατευθύνεται ταχύτερα στην κατάλληλη υπηρεσία. Παράλληλα, το εθνικό ψηφιακό σχέδιο προβλέπει εφαρμογές όπως αυτόματη κωδικοποίηση της νομοθεσίας με τεχνολογίες επεξεργασίας φυσικής γλώσσας, σημασιολογική αναζήτηση στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ, καθώς και μείωση επαναλαμβανόμενων διοικητικών εργασιών. Εάν αυτά υλοποιηθούν σωστά, το όφελος θα είναι διπλό: λιγότερη γραφειοκρατική τριβή για τον πολίτη και περισσότερο διοικητικό χρόνο για ουσιαστικό έλεγχο, σχεδιασμό πολιτικής και ταχύτερη λήψη αποφάσεων.
Οι εφαρμογές στην ελληνική γλώσσα έχουν και μια δεύτερη, λιγότερο ορατή αλλά εξαιρετικά κρίσιμη διάσταση: την ποιότητα του ίδιου του κράτους δικαίου. Η ελληνική δημόσια διοίκηση λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον σύνθετης νομοθεσίας, εγκυκλίων, διοικητικών πράξεων και ορολογίας με υψηλές απαιτήσεις ακρίβειας. Ένα ώριμο οικοσύστημα γλωσσικής AI μπορεί να υποστηρίξει καλύτερη αναζήτηση νομικής πληροφορίας, συνοπτική αλλά ελεγχόμενη παρουσίαση διοικητικών διαδικασιών, προσβασιμότητα για πολίτες με χαμηλότερη ψηφιακή επάρκεια, αλλά και πιο ισότιμη εξυπηρέτηση σε όλη την επικράτεια. Με άλλα λόγια, η AI στην ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς “έξυπνο chatbot”, αλλά υποδομή θεσμικής λειτουργίας.
Ωστόσο, η επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από την τεχνολογία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα σε βασικές ψηφιακές δεξιότητες και δυσκολία στην κάλυψη του κενού σε ειδικούς ΤΠΕ. Ταυτόχρονα, το AI Act θέτει πλέον ένα δεσμευτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για αξιόπιστη AI, με προσέγγιση βάσει κινδύνου, ενώ από τις 2 Φεβρουαρίου 2025 ισχύουν ήδη υποχρεώσεις σχετικές με τον AI literacy. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό Δημόσιο δεν αρκεί να “αγοράσει” εργαλεία AI· πρέπει να αναπτύξει ικανότητα προμήθειας, ελέγχου, εποπτείας, διακυβέρνησης δεδομένων και εκπαίδευσης στελεχών.
Αν η Ελλάδα καθυστερήσει ή εφαρμόσει αποσπασματικά αυτή τη μετάβαση, οι κίνδυνοι είναι ουσιαστικοί. Πρώτον, θα παγιωθεί η εξάρτηση από ξένα μοντέλα και πλατφόρμες που δεν αποδίδουν πάντα με επάρκεια τη γλωσσική, νομική και διοικητική ιδιαιτερότητα της χώρας. Δεύτερον, θα χαθεί πολύτιμος χρόνος σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επιταχύνει την υιοθέτηση της AI σε δημόσιο τομέα και στρατηγικούς κλάδους. Τρίτον, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθούν λύσεις πρόχειρες, μη διαλειτουργικές ή μη συμβατές με το ρυθμιστικό πλαίσιο, με συνέπειες για τα θεμελιώδη δικαιώματα, τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Και τέταρτον, χωρίς σοβαρή επένδυση σε ελληνόγλωσσα δεδομένα, δεξιότητες και υποδομές, η χώρα μπορεί να μείνει απλός καταναλωτής ξένης τεχνολογίας αντί να αναπτύξει εγχώρια αξία.
Το πραγματικό στοίχημα, συνεπώς, δεν είναι αν η Ελλάδα θα χρησιμοποιήσει Τεχνητή Νοημοσύνη στις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά αν θα το κάνει έγκαιρα, θεσμικά σωστά και με έμφαση στην ελληνική γλώσσα. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή: υπάρχει ευρωπαϊκή πολιτική ώθηση, εθνικός σχεδιασμός, το Pharos, ο DAEDALUS και ήδη πρώτα λειτουργικά παραδείγματα. Αν αυτά συνδεθούν με ποιοτικά δεδομένα, κατάλληλες προδιαγραφές, διαφάνεια και εκπαίδευση στελεχών, η Ελλάδα μπορεί να κερδίσει ένα πιο αποτελεσματικό κράτος και μια ουσιαστική θέση στη νέα ευρωπαϊκή οικονομία της AI. Αν όχι, το κόστος δεν θα είναι μόνο τεχνολογικό, αλλά διοικητικό, οικονομικό και τελικά εθνικό.
Γράφει ο Αθανάσιος Στάβερης-Πολυκαλάς, AI & Cybersecurity Specialist
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom
