Η αυξανόμενη ενεργειακή κατανάλωση των υπολογιστικών υποδομών καθιστά το περιβαλλοντικό και οικονομικό κόστος της Τεχνητής Νοημοσύνης κεντρική παράμετρο της συζήτησης. Η εξάπλωση των συστημάτων ΤΝ δεν αφορά μόνο τις δυνατότητες που προσφέρουν, αλλά και τους πόρους που απαιτούν, τις ανισότητες που ενδέχεται να ενισχύσουν και το ερώτημα ποιος επωμίζεται το κόστος της τεχνολογικής προόδου.
«Η χρήση της ΤΝ δεν είναι μια αναπόφευκτη νομοτέλεια, αλλά επιλογή», επισημαίνεται στη νέα μελέτη της διαΝΕΟσις με τίτλο «Πώς μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να είναι ηθική και σύννομη;». Η τεκμηρίωση της επιλογής αυτής πρέπει, σύμφωνα με τους συντάκτες της, να περιλαμβάνει και εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Αφετηρία της μελέτης είναι ότι το μέλλον που θα διαμορφώσει η ΤΝ δεν είναι προδιαγεγραμμένο, αλλά αποτελεί ανθρώπινη, κοινωνική και πολιτική επιλογή. Η τεχνολογία δεν πρέπει να εξετάζεται με όρους καλού ή κακού, ούτε η δημόσια συζήτηση να κινείται ανάμεσα στην απεριόριστη αισιοδοξία και στην αντιμετώπισή της ως ενός σύγχρονου «κουτιού της Πανδώρας».
Το βάρος πέφτει στις επιπτώσεις κάθε εφαρμογής και στην κατεύθυνση προς την οποία οδηγείται η κοινωνία από την υιοθέτηση αυτών των τεχνολογιών. Όπου διακυβεύονται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η αυτονομία, η ανθρώπινη αυτενέργεια πρέπει να προστατεύεται. Η ΤΝ οφείλει να ενισχύει τις δυνατότητες του ανθρώπου και όχι να υποκαθιστά την κρίση του σε ζητήματα θεμελιώδους σημασίας.
Παράλληλα, τίθεται η ανάγκη σύνδεσης της τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης με την προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων ήδη από τον σχεδιασμό των συστημάτων. Η προσέγγιση αυτή περιγράφεται ως «δημοκρατία, κράτος δικαίου και ανθρώπινα δικαιώματα εκ σχεδιασμού» (by design).
Το πεδίο που καλύπτεται είναι ιδιαίτερα ευρύ. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ηθική και τη ρύθμιση της ΤΝ, τις επιπτώσεις της στα θεμελιώδη δικαιώματα, στη δημόσια διοίκηση, στη Δικαιοσύνη, στην εργασία, στην επιστημονική έρευνα και στη δημιουργία.
Το παρόν ρεπορτάζ εστιάζει στην περιβαλλοντική διάσταση, η οποία εντάσσεται στη στάθμιση του οικονομικού και κυρίως του περιβαλλοντικού κόστους των λύσεων ΤΝ.
Τον συντονισμό της μελέτης έχει η Λίλιαν Μήτρου, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, δικηγόρος και αντιπρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής. Στη διεπιστημονική ομάδα συμμετέχουν πανεπιστημιακοί, νομικοί και ερευνητές με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την Τεχνητή Νοημοσύνη, το δίκαιο, την κυβερνοασφάλεια, τη βιοηθική, την πληροφορική και τις κοινωνικές επιστήμες.
Η ΤΝ στην Κυκλική Οικονομία
Τη σχέση της Τεχνητής Νοημοσύνης με την Κυκλική Οικονομία και την περιβαλλοντική διακυβέρνηση αναλύει ο Δημήτρης-Φραγκίσκος Λέκκας, καθηγητής στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου. «Η πρόκληση δεν είναι εάν η ΤΝ θα ενσωματωθεί στην Κυκλική Οικονομία, αλλά πώς θα ενσωματωθεί με τρόπο βιώσιμο, διαφανή και κοινωνικά δίκαιο», επισημαίνεται στη μελέτη.
Ο κ. Λέκκας προτάσσει την ανάπτυξη της Πράσινης ΤΝ (Green AI), η οποία απαιτεί τη χρήση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις υπολογιστικές υποδομές και τη βελτιστοποίηση των αλγορίθμων ως προς την ενεργειακή τους αποδοτικότητα.
Στις προϋποθέσεις περιλαμβάνεται και η ανάπτυξη δεικτών απόδοσης σε σχέση με τη βιωσιμότητα της ΤΝ (AI sustainability performance), ώστε να υπάρχει ένα πλαίσιο μέτρησης του περιβαλλοντικού της αποτυπώματος.
Το ενεργειακό κόστος και οι νέες ανισότητες
Οι αυξημένες ενεργειακές απαιτήσεις δεν θέτουν μόνο ζήτημα προστασίας του περιβάλλοντος και λελογισμένης χρήσης των πόρων σε μια περίοδο κλιματικής κρίσης. Εγείρουν επίσης θέματα περιβαλλοντικής και διανεμητικής δικαιοσύνης, τα οποία συνδέονται άμεσα με την ισότητα.
Οι υψηλές ενεργειακές και, κατ’ αποτέλεσμα, οικονομικές απαιτήσεις περιορίζουν τη δυνατότητα ανάπτυξης και αξιοποίησης προηγμένων συστημάτων ΤΝ κυρίως σε ισχυρές εταιρείες, εύρωστα ερευνητικά κέντρα και οικονομικά ανεπτυγμένα κράτη.
Δημιουργείται έτσι ο κίνδυνος περαιτέρω διεύρυνσης των κοινωνικών, οικονομικών, γνωστικών και γεωπολιτικών ανισοτήτων. Η περιβαλλοντική επιβάρυνση της ΤΝ δεν μπορεί, συνεπώς, να εξετάζεται αποκομμένη από την οικονομική και κοινωνική της διάσταση.
Το κρίσιμο ερώτημα, όπως υπογραμμίζεται στη μελέτη, είναι «ποιοι ωφελούνται από την τεχνολογική πρόοδο και ποιοι επωμίζονται το κόστος της».
