Σε 115 δισ. ευρώ εκτιμά το European Centre for International Political Economy (ECIPE) τη σωρευτική οικονομική επιβάρυνση που θα μπορούσε να προκαλέσει στην ΕΕ η προτεινόμενη νομοθεσία για το cloud και την τεχνητή νοημοσύνη, υπό το κεντρικό σενάριο εφαρμογής της, την περίοδο 2027–2036. Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από την CCIA Europe, ένωση εκπροσώπησης του τεχνολογικού κλάδου με μέλη, μεταξύ άλλων, την Amazon, την Google και τη Meta.
Το Cloud and AI Development Act (CADA) προτείνει κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο απαιτήσεων ψηφιακής κυριαρχίας για υπηρεσίες cloud που χρησιμοποιούν δημόσιοι φορείς και, δυνητικά, επιχειρήσεις κρίσιμων κλάδων. Το ύψος της επιβάρυνσης εξαρτάται κυρίως από το εύρος εφαρμογής και τη συχνότητα επιβολής των αυστηρότερων απαιτήσεων. Το μεγαλύτερο βάρος, κατά τη μελέτη, προκύπτει από τη μεταφορά εφαρμογών και τον επανασχεδιασμό λογισμικού, καθώς υφιστάμενες τεχνολογίες ενδέχεται να μην πληρούν τις νέες απαιτήσεις ψηφιακής κυριαρχίας.
Οι παραδοχές πίσω από το κεντρικό σενάριο
Η εκτίμηση στηρίζεται σε δύο κρίσιμες παραδοχές: ότι το 20% των επηρεαζόμενων υπολογιστικών φορτίων θα υπάγεται στα αυστηρότερα επίπεδα διασφάλισης UAL3 και UAL4 και ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 31 θα καλύψουν το 25% της δυνητικής βάσης υπηρεσιών cloud του ιδιωτικού τομέα σε κρίσιμους κλάδους.
Το άρθρο 31 προβλέπει δυνατότητα επέκτασης αξιολογήσεων κινδύνου και μέτρων αντιμετώπισής του σε ιδιωτικούς φορείς τομέων υψηλής κρισιμότητας της NIS2, όπως η ενέργεια, οι τράπεζες, οι μεταφορές και η υγεία. Η έκταση της εφαρμογής θα εξαρτηθεί από τη χρήση αυτής της δυνατότητας, μεταξύ άλλων μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων της Επιτροπής.
Στο κεντρικό σενάριο, περίπου 80 δισ. ευρώ αφορούν δυνητικές επιβαρύνσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων, ενώ 33,3 δισ. ευρώ αντιστοιχούν σε άμεσες δαπάνες δημόσιων προϋπολογισμών. Με περιορισμένη εφαρμογή, η συνολική εκτίμηση υποχωρεί στα 35,6 δισ. ευρώ, ενώ με ευρύτερη εφαρμογή φτάνει στα 233 δισ. ευρώ.
Οι υπολογισμοί καλύπτουν επιλεγμένα κόστη προσαρμογής και καθυστερήσεις ψηφιακών επενδύσεων. Τα πιθανά οφέλη για την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική αυτονομία παραμένουν εκτός χρηματικής αποτίμησης, περιορίζοντας τη δυνατότητα εξαγωγής συμπεράσματος για το καθαρό όφελος ή κόστος της πρότασης.
Το μεγαλύτερο κόστος προκύπτει από τις εφαρμογές
Η μεταφορά εφαρμογών, η επανεγγραφή κώδικα και ο επανασχεδιασμός συστημάτων αντιστοιχούν σε 79,1 δισ. ευρώ, περίπου το 69% της κεντρικής εκτίμησης. Οι επαναλαμβανόμενες επιβαρύνσεις τιμών cloud συνεισφέρουν 34 δισ. ευρώ και η αναβολή ωφελειών από την ψηφιοποίηση περίπου 1,9 δισ. ευρώ.
Μια αλλαγή παρόχου μπορεί να απαιτήσει αντικατάσταση βάσεων δεδομένων, προσαρμογές στη διαχείριση ταυτοτήτων και πρόσβασης, αλλαγές κυβερνοασφάλειας, δοκιμές και εκπαίδευση χρηστών. Στα υψηλότερα επίπεδα διασφάλισης εξετάζονται ο έλεγχος του παρόχου και των υπεργολάβων, καθώς και ο έλεγχος της ανάπτυξης και εξέλιξης του λογισμικού. Η διαθεσιμότητα κατάλληλου κέντρου δεδομένων συνεπώς καλύπτει μόνο ένα μέρος των αναγκών συμμόρφωσης.
Η πίεση μπορεί να φτάσει και σε ευρωπαϊκές εταιρείες λογισμικού ή υπηρεσιών πληροφορικής που χρησιμοποιούν τεχνολογίες εκτός ΕΕ. Στο κεντρικό σενάριο, η ετήσια προστιθέμενη αξία ευρωπαϊκών τεχνολογικών δραστηριοτήτων που ενδέχεται να χρειαστούν αντικατάσταση τεχνολογιών ή επανασχεδιασμό υπολογίζεται σε 4,7 δισ. ευρώ. Το μέγεθος μετρά δραστηριότητα εκτεθειμένη σε προσαρμογή, με την τελική επίπτωση να εξαρτάται από την ανταπόκριση των προμηθευτών.
Διαφορές μεταξύ κρατών και επίδραση στο ΑΕΠ
Η μελέτη εντοπίζει συγκέντρωση υπηρεσιών που μπορούν να ανταποκριθούν σε απαιτήσεις αντίστοιχες των UAL3 και UAL4 κυρίως στη Γαλλία και τη Γερμανία. Μικρότερα κράτη με περιορισμένη εγχώρια προσφορά ενδέχεται να χρειαστούν περισσότερες διασυνοριακές προμήθειες, πιθανώς σε υψηλότερες τιμές. Υφιστάμενοι εθνικοί κανόνες ασφάλειας και κυριαρχίας περιορίζουν επίσης την πρόσθετη επιβάρυνση που αποδίδει το μοντέλο στο CADA σε ορισμένες χώρες.
Σε ξεχωριστή μακροοικονομική ανάλυση, το πραγματικό ΑΕΠ της ΕΕ εκτιμάται κατά 0,046% χαμηλότερο, ή περίπου 8,5 δισ. ευρώ, έναντι σεναρίου χωρίς CADA υπό την κεντρική εκδοχή εφαρμογής. Η εκτίμηση αφορά το επίπεδο του ΑΕΠ μετά την προσαρμογή της οικονομίας. Αποτιμά διαφορετικό μέγεθος από τη σωρευτική δεκαετή επιβάρυνση, επομένως τα δύο ποσά πρέπει να διαβάζονται χωριστά, χωρίς να αθροίζονται.
Η CCIA Europe ζητεί από τα κράτη μέλη αναθεώρηση της πρότασης, περιορισμό των απαιτήσεων κυριαρχίας σε ευαίσθητα υπολογιστικά φορτία και τεχνικές δικλίδες βάσει κινδύνου αντί κριτηρίων εταιρικής προέλευσης ή εθνικότητας προσωπικού, όπως μεταφέρει το The Register.



