Με στόχο τουλάχιστον το 50% του αντικειμένου κάθε έργου να υλοποιηθεί από ελληνικές επιχειρήσεις, προχωρά το νέο Εθνικό Διαστημικό Πρόγραμμα Hellas-Space 2.0, συνολικού προϋπολογισμού 350 εκατ. ευρώ.
Η δομή του προγράμματος, η οποία δημοσιοποιήθηκε από τη Γενική Γραμματεία Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, καλύπτει επτά πεδία, οπτικούς και θερμικούς δορυφόρους, παρακολούθηση ραδιοσυχνοτήτων, επιχειρήσεις σε τροχιά, ασφαλείς δορυφορικές επικοινωνίες, δοκιμή νέων τεχνολογιών και αξιοποίηση διαστημικών δεδομένων.
Η χρηματοδότηση έχει εξασφαλιστεί από το Ταμείο Ανάκαμψης. Τα κονδύλια θα διατεθούν στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος (European Space Agency – ESA), μέσω του οποίου θα προχωρήσει η υλοποίηση του σχεδιασμού.
Οι πρώτες διαγωνιστικές διαδικασίες τοποθετούνται στο τελευταίο τρίμηνο του 2026. Το πρόγραμμα θα διαρκέσει 36 μήνες, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το τέλος του 2029 και δυνατότητα παράτασης έως το 2030.
Τα εύρη που παρουσιάστηκαν για τις επτά δράσεις αφορούν ενδεικτικό βιομηχανικό κόστος και αθροίζονται σε 257 έως 313 εκατ. ευρώ.
Τουλάχιστον το μισό τεχνολογικό και παραγωγικό αντικείμενο κάθε έργου επιδιώκεται να επιστρέψει στην εγχώρια αγορά. Η συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων θα καλύπτει την ανάπτυξη εξαρτημάτων, συστημάτων και υποσυστημάτων, τη συναρμολόγηση, την ολοκλήρωση, τις δοκιμές και τη λειτουργία των αποστολών.
Στους διαγωνισμούς θα ζητείται επίσης ελληνική ηγετική παρουσία στα βασικά συστήματα, μαζί με επενδύσεις που θα διατηρήσουν παραγωγική και τεχνολογική δραστηριότητα στη χώρα μετά την ολοκλήρωση των συμβάσεων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις ο πήχης ανεβαίνει περισσότερο. Για τα τερματικά ασφαλών δορυφορικών επικοινωνιών και τους δέκτες του ευρωπαϊκού συστήματος Galileo, το αντικείμενο που θα αναλάβει η ελληνική αγορά πρέπει να ξεπερνά το 60%, ενώ οι υποδομές ασφάλειας και επιχειρησιακής λειτουργίας προβλέπεται να έχουν αποκλειστικά εγχώρια συμμετοχή.
Δορυφόροι παρατήρησης και επιτήρησης
Το μεγαλύτερο μέρος του ενδεικτικού κόστους, από 165 έως 190 εκατ. ευρώ, αντιστοιχεί σε τρεις κατηγορίες δορυφορικών συστημάτων.
Για τους οπτικούς δορυφόρους πολύ υψηλής ανάλυσης υπολογίζονται 60 έως 70 εκατ. ευρώ. Το σχέδιο αφορά τουλάχιστον δύο δορυφόρους ελληνικής ιδιοκτησίας, με στόχο τους τρεις, που θα παρέχουν καθημερινή κάλυψη της χώρας.
Τα δεδομένα θα αξιοποιούνται στην πολιτική προστασία, στην επιτήρηση των συνόρων, στην αναγνώριση πλοίων, στη γεωργία ακριβείας, στην παρακολούθηση μεταβολών στο δομημένο περιβάλλον και στον έλεγχο εφαρμογής της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Άλλα 60 έως 70 εκατ. ευρώ προορίζονται για δορυφόρους θερμικής απεικόνισης υψηλής ανάλυσης. Και σε αυτή την κατηγορία προβλέπονται τουλάχιστον δύο δορυφόροι, με επιδίωξη να φθάσουν τους τρεις.
Οι βασικές εφαρμογές συνδέονται με τον έγκαιρο εντοπισμό εστιών δασικών πυρκαγιών, τη χαρτογράφηση των μετώπων, τη νυχτερινή επιτήρηση, τον έλεγχο συνόρων και θαλάσσιων περιοχών, καθώς και την παρακολούθηση της άρδευσης και της αστικής θερμικής νησίδας.
Η τρίτη κατηγορία, ύψους 45 έως 50 εκατ. ευρώ, αφορά την παρακολούθηση ραδιοσυχνοτήτων και τη συλλογή πληροφοριών σημάτων (Signals Intelligence – SIGINT).
Η λύση μπορεί να βασιστεί είτε σε έναν μικροδορυφόρο με δυνατότητα γεωεντοπισμού είτε σε σχηματισμό τριών δορυφόρων. Θα χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό πομπών και παράνομων εκπομπών, την προστασία συνόρων και κρίσιμων υποδομών, καθώς και την ανίχνευση πλοίων που δεν εκπέμπουν στοιχεία αναγνώρισης.
Γραμμή παραγωγής διαστημικών σκαφών
Από 35 έως 45 εκατ. ευρώ υπολογίζεται ότι θα απαιτηθούν για τη δημιουργία δυνατοτήτων επιθεώρησης και εξυπηρέτησης δορυφόρων σε τροχιά.
Προβλέπονται τουλάχιστον δύο μικροδορυφόροι, οι οποίοι θα μπορούν να προσεγγίζουν και να επιθεωρούν άλλα διαστημικά αντικείμενα, να πραγματοποιούν αυτόνομους ελιγμούς και να φιλοξενούν ελληνικό εξοπλισμό.
Στο ίδιο σκέλος εντάσσεται η δημιουργία ελληνικής γραμμής παραγωγής ευέλικτων διαστημικών σκαφών. Το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και η εγχώρια βιομηχανία θα έχουν πρόσβαση στα συστήματα και δυνατότητα λειτουργίας τους για τουλάχιστον 30 μήνες.
Ασφαλείς επικοινωνίες και Galileo
Προϋπολογισμός από 17 έως 23 εκατ. ευρώ αντιστοιχεί στην ασφαλή δορυφορική συνδεσιμότητα και στα συστήματα εντοπισμού, πλοήγησης και χρονισμού (Positioning, Navigation and Timing – PNT).
Θα αναπτυχθούν ασφαλή τερματικά για σταθερές και κινητές πλατφόρμες, τα οποία θα μπορούν να λειτουργούν μέσω διαφορετικών δορυφορικών τροχιών και δικτύων. Στον ίδιο σχεδιασμό περιλαμβάνονται δέκτες της Κυβερνητικής Υπηρεσίας του Galileo (Public Regulated Service – PRS), η οποία απευθύνεται σε κρατικούς και εξουσιοδοτημένους χρήστες.
Βασική παράμετρος είναι η δημιουργία εγχώριων γραμμών παραγωγής τόσο για τα τερματικά όσο και για τους δέκτες.
Ελληνικές τεχνολογίες σε τροχιά
Από 15 έως 20 εκατ. ευρώ θα κατευθυνθούν στη δοκιμή και την περαιτέρω ωρίμανση ελληνικών διαστημικών τεχνολογιών.
Εξαρτήματα, συστήματα και αποστολές θα μπορούν να δοκιμάζονται σε πραγματικές συνθήκες πτήσης και να επιδεικνύονται σε τροχιά, μέσω των διαδικασιών επικύρωσης και επίδειξης σε τροχιά (In-Orbit Validation/In-Orbit Demonstration – IoV/IoD).
Οι εφαρμογές καλύπτουν τις ασφαλείς επικοινωνίες, την Παρατήρηση Γης (Earth Observation – EO), το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things – IoT), τις κινητές δορυφορικές υπηρεσίες και τις οπτικές επικοινωνίες.
Χρηματοδότηση θα δοθεί ακόμη σε προηγμένους αισθητήρες, σε συστήματα επεξεργασίας και αποθήκευσης δεδομένων πάνω στους δορυφόρους και σε τεχνολογίες κρυπτογράφησης ανθεκτικές σε κβαντικές απειλές.
Αξιοποίηση των διαστημικών δεδομένων
Η τελευταία δράση, ενδεικτικού κόστους από 25 έως 35 εκατ. ευρώ, αφορά τις ασφαλείς υπηρεσίες Παρατήρησης Γης και τις υποδομές δεδομένων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η επέκταση του Εθνικού Κόμβου Δεδομένων, η ανάπτυξη επίγειων συστημάτων για ταχύτερη λήψη και επεξεργασία δορυφορικών εικόνων και η σύνδεσή τους με τα υφιστάμενα πληροφοριακά συστήματα του Δημοσίου.
Θα δημιουργηθούν επίσης υπηρεσίες για τη θαλάσσια ασφάλεια και τη γαλάζια οικονομία, την άμεση εκτίμηση της εξέλιξης και την πρόγνωση του καιρού, καθώς και την κλιματική πληροφόρηση.
Ξεχωριστό σκέλος αφορά την υποστήριξη εμπορικών εφαρμογών, με στόχο τα δεδομένα που παράγονται από τις νέες υποδομές να μετατρέπονται σε υπηρεσίες διαθέσιμες στην αγορά.
Οι υποψήφιοι ανάδοχοι θα πρέπει να καταθέσουν δεσμευτικές συμφωνίες με προμηθευτές και υπεργολάβους, τεκμηρίωση της ετοιμότητας για εκτόξευση και σχέδιο λειτουργίας και οικονομικής αξιοποίησης των συστημάτων για ολόκληρη τη διάρκεια ζωής τους.
Οι συμβάσεις θα καθορίζουν ακόμη τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, τις άδειες και την πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου στα δεδομένα, μαζί με τις επενδύσεις που θα παραμείνουν στην Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση των επιμέρους δράσεων.
