Η ψηφιακή εξυπηρέτηση του πολίτη περνά από τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην καλύτερη αξιοποίηση των στοιχείων που διαθέτει το Δημόσιο. Στο νέο επεισόδιο των SmartTalks, ο Δημοσθένης Αναγνωστόπουλος, Γενικός Γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, αναλύει τις δυνατότητες που προσφέρουν η διαλειτουργικότητα, ο Προσωπικός Αριθμός και η τεχνητή νοημοσύνη για την εξυπηρέτηση του πολίτη. Όπως σημειώνει, η προδραστική δημόσια υπηρεσία προϋποθέτει σωστά στοιχεία, συντονισμό μεταξύ φορέων και εργαλεία που οι πολίτες μπορούν πράγματι να χρησιμοποιούν. Σε αυτή την κατεύθυνση τοποθετεί τη μετάβαση από την αναζήτηση και αίτηση για μία υπηρεσία από τον πολίτη στην έγκαιρη ενημέρωσή του από το κράτος.
Η σημερινή αφετηρία, όπως την περιγράφει ο κ. Αναγνωστόπουλος, είναι η δυνατότητα του πολίτη να παρακολουθεί την πορεία της υπόθεσής του και να πραγματοποιεί ηλεκτρονικά σχεδόν όλες τις συναλλαγές του με το Δημόσιο. Η ψηφιακή εξυπηρέτηση περιορίζει τις επισκέψεις στις υπηρεσίες, ενώ το gov.gr Wallet επιτρέπειστον πολίτη να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες του gov.gr, να διατηρεί, μεταξύ άλλων, την ταυτότητα και το δίπλωμα οδήγησης στο κινητό του. Ο ίδιος ζητά ευρύτερη χρήση αυτών των εργαλείων από τους πολίτες. Παράλληλα, συνδέει τον Προσωπικό Αριθμό με τη διόρθωση ασυμφωνιών στα δημόσια μητρώα, όπου, όπως αναφέρει, υπήρχαν εκατομμύρια λάθη και ελλιπή στοιχεία. Οι ενημερώσεις στοιχείων, που σύμφωνα με τον ίδιο ανέρχονται σε εκατομμύρια, βελτιώνουν τη βάση για την ταυτοποίηση κάθε πολίτη και την παροχή πιο σύνθετων υπηρεσιών με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Στον επόμενο στόχο που θέτει ο Γενικός Γραμματέας, το Δημόσιο αξιοποιεί τη διασύνδεση στοιχείων για να ενημερώνει τον πολίτη όταν ενδέχεται να δικαιούται μια παροχή. Όπως εξηγεί, η διαλειτουργικότητα επιτρέπει τον συνδυασμό πληροφοριών από διαφορετικούς φορείς, ώστε να εξετάζονται τα προβλεπόμενα κριτήρια, όπως το εισόδημα στην περίπτωση ενός επιδόματος. Η διαδικασία θα μπορούσε, όπου είναι εφικτό, να προχωρά με λιγότερες ενέργειες και μικρότερη ανάγκη προσκόμισης πιστοποιητικών από τον πολίτη, ενώ σε άλλες περιπτώσεις θα απαιτείται και δική του συμμετοχή. Η έγκαιρη ενημέρωση αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, μέρος του πιο προδραστικού Δημοσίου που οραματίζεται. Ως κανάλια επικοινωνίας αναφέρει τη θυρίδα του πολίτη στο my.gov.gr και στο gov.gr Wallet, με στόχο πιο ενιαία επικοινωνία από τις δημόσιες υπηρεσίες.
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει, κατά τον κ. Αναγνωστόπουλο, δύο πεδία εφαρμογής: τη βοήθεια προς τον πολίτη και την υποστήριξη της εργασίας των δημόσιων λειτουργών. Ως παράδειγμα του πρώτου αναφέρει τον ψηφιακό βοηθό, mAigov, του gov.gr, μέσω του οποίου πολλοί πολίτες είχαν την πρώτη τους επαφή με την τεχνητή νοημοσύνη. Για το δεύτερο πεδίο περιγράφει εργαλεία που θα μπορούσαν να επισημαίνουν στοιχεία προς εξέταση, όπως σε συμβόλαια του Κτηματολογίου και εξέταση ενστάσεων, όπως στα πρόστιμα που προκύπτουν από τους διασταυρωτικούς ελέγχους που διενεργεί η ΓΓΠΣΨΔ στα οχήματα. Έτσι ο υπάλληλος θα μπορούσε να εντοπίζει γρηγορότερα τα σημεία που χρειάζονται έλεγχο και να εστιάζει εκεί την προσοχή του. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, αυτή η υποβοήθηση του ελέγχου μπορεί να επισπεύσει την εργασία και να ενισχύσει τη διαφάνεια.
Η αξιοποίηση περισσότερων δεδομένων συνοδεύεται, όπως υπογραμμίζει, από απαιτήσεις προστασίας και ασφαλούς πρόσβασης. Για τη μεταφορά στοιχείων μεταξύ υπηρεσιών περιγράφει πλαίσιο που έχει εγκρίνει η αρμόδια Αρχή, με τη συναίνεση του πολίτη όταν ζητά εξυπηρέτηση. Η προσεκτική χρήση δεδομένων σύμφωνα με τον GDPR αποτελεί θεμέλιο για τις υπηρεσίες που σχεδιάζονται. Παράλληλα, αναφέρεται στη σημασία των ανοιχτών δεδομένων για την επιχειρηματικότητα και την καλύτερη λειτουργία του κράτους. Στο επίπεδο των συναλλαγών δίνει έμφαση στον δεύτερο παράγοντα αυθεντικοποίησης, όπως ένα μήνυμα στο κινητό, πέρα από τους κωδικούς πρόσβασης, ώστε να επιβεβαιώνεται ότι ενεργεί ο ίδιος ο πολίτης. Και αυτό προϋποθέτει ότι ο πολίτης έχει καταχωρίσει το κινητό του στο Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας Η εμπιστοσύνη, στην προσέγγισή του, συνδέεται με συγκεκριμένους κανόνες για τα δεδομένα και την πρόσβαση.
Στην τοπική αυτοδιοίκηση, ο κ. Αναγνωστόπουλος θέτει ως στόχο την παροχή ενιαίων ψηφιακών υπηρεσιών από δήμους και περιφέρειες. Αναφέρει δύο έργα που, όπως λέει, βρίσκονται σε εξέλιξη και οδεύουν προς ολοκλήρωση. Η επιδίωξη είναι μια υπηρεσία που προσφέρεται σε έναν δήμο να μπορεί να προσφέρεται με παρόμοιο τρόπο και σε άλλον, ώστε η εμπειρία του πολίτη να έχει μεγαλύτερη συνέπεια. Ο ίδιος περιγράφει αυτή την προοπτική ως ένα μικρό gov.gr για την αυτοδιοίκηση, με ομοιόμορφο τρόπο παροχής των υπηρεσιών. Έτσι, μια πρακτική που λειτουργεί σε μία περιοχή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και αλλού, αντί κάθε δήμος να ακολουθεί διαφορετική διαδικασία για αντίστοιχη εξυπηρέτηση.
Για τις υποδομές, ο κ. Αναγνωστόπουλος εκτιμά ότι η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας μπορεί να στηρίξει έναν ευρύτερο τεχνολογικό ρόλο. Αναφέρεται στην ανάπτυξη κέντρων δεδομένων που θα μπορούσαν να παρέχουν σε άλλες χώρες εφεδρικές υπηρεσίες αποθήκευσης και ανάκαμψης από καταστροφές. Όπως εξηγεί, η διατήρηση δεδομένων σε περισσότερες από μία τοποθεσίες υπηρετεί την ανάγκη ύπαρξης εναλλακτικής υποδομής. Συνδέει επίσης τη δυνατότητα αυτή με την κατάλληλη χωροθέτηση των κέντρων και τον τρόπο αξιοποίησης της ενέργειας. Κατά την εκτίμησή του, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προσελκύσει νέες επενδύσεις, να ενισχύσει την καινοτομία και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, μαζί με ισχυρότερη παρουσία της χώρας ως περιφερειακού κόμβου.



