Η Ευρώπη χρειάζεται να εξελιχθεί σε παραγωγό τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να διατηρήσει την αυτονομία της και να αξιοποιήσει τα οφέλη παραγωγικότητας που συνδέονται με την AI, προειδοποίησε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ.
Σε ομιλία της στη Βιέννη, η Λαγκάρντ επισήμανε ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επενδύουν ήδη στην τεχνητή νοημοσύνη, όμως στηρίζονται κυρίως σε τεχνολογία που εισάγεται από το εξωτερικό και ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εξάρτηση αυτή μπορεί να δημιουργήσει ευαλωτότητα, εφόσον περιοριστεί η πρόσβαση στην τεχνολογία ή αλλάξουν οι όροι χρήσης της, με επιπτώσεις που θα μπορούσαν να αφορούν κάθε κλάδο της οικονομίας.
Κίνδυνος για κρίσιμες λειτουργίες
Η πρόεδρος της ΕΚΤ περιέγραψε τις εφαρμογές που, μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια, θα μπορούσε να αναλάβει η τεχνητή νοημοσύνη: τον έλεγχο εμπορευμάτων στα σύνορα, την επιλογή φορολογικών δηλώσεων για έλεγχο, τη δρομολόγηση τρένων, την παρακολούθηση ασθενών σε νοσοκομειακές πτέρυγες και την εκκαθάριση τραπεζικών πληρωμών.
«Μια απόσυρση της πρόσβασης ή μια αλλαγή των όρων της θα έφθανε τότε σε κάθε τομέα ταυτόχρονα», ανέφερε η Λαγκάρντ. Κατά την ίδια, μια τέτοια εξάρτηση θα έδινε σε εμπορικό εταίρο επιρροή που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε διαπραγματεύσεις, για παράδειγμα γύρω από τους δασμούς ή τους ψηφιακούς φόρους.
Η παρέμβασή της καταγράφεται σε περίοδο εντάσεων στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών. Το Reuters αναφέρει ότι η εμπιστοσύνη έχει πιεστεί από τους δασμούς, τις αμερικανικές διεκδικήσεις για τη Γροιλανδία και την απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη λόγω πολιτικών διαφωνιών.
Η υποδομή πίσω από την αυτονομία
Η λύση που προτείνει η Λαγκάρντ περνά από την ανάπτυξη περισσότερης ευρωπαϊκής υπολογιστικής ικανότητας. Αν η προσαρμογή στην AI γίνει γρήγορα, η παραγωγικότητα θα μπορούσε να αυξηθεί έως 4% σε ορίζοντα δεκαετίας, με συνέπειες που η πρόεδρος της ΕΚΤ χαρακτήρισε μετασχηματιστικές για τα δημόσια οικονομικά.
Για την ίδια, το διακύβευμα υπερβαίνει τη χρήση ενός νέου εργαλείου από τις επιχειρήσεις. Η διατήρηση του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής προϋποθέτει, όπως υποστήριξε, τόσο τεχνολογική αυτονομία όσο και τα κέρδη αποδοτικότητας που μπορούν να στηρίξουν την οικονομία και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Η σημερινή υποδομή, όμως, υπολείπεται της ζήτησης. Η Ευρώπη διαθέτει ήδη ανεπαρκή χωρητικότητα σε data centres για να καλύψει τις δικές της ανάγκες και, με βάση τις τρέχουσες τάσεις, το κενό προβλέπεται να διευρυνθεί πάνω από έξι φορές μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Η πίεση αυτή συνδέεται με την ταχεία άνοδο της ζήτησης για υπολογιστική ισχύ, την οποία η υφιστάμενη ευρωπαϊκή υποδομή αδυνατεί να εξυπηρετήσει πλήρως. Η κάλυψη του κενού αποτελεί, επομένως, βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία μοντέλων AI εντός της Ευρώπης.
Για να μειωθεί η εξάρτηση, η Λαγκάρντ εισηγήθηκε την ανάπτυξη μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης «αρκετά καλών» για τις περισσότερες εργασίες, τα οποία θα λειτουργούν σε ευρωπαϊκή υποδομή. Η προσέγγιση αυτή θα περιόριζε τη διαπραγματευτική ισχύ που θα μπορούσε να αποκτήσει ένας προμηθευτής μέσω ελέγχου της πρόσβασης.
Η Ευρώπη, όπως ανέφερε, πληρώνει ήδη για την τεχνολογία που χρησιμοποιεί και χρειάζεται να την υιοθετήσει πιο αποφασιστικά. Η παραγωγή και η λειτουργία τεχνολογίας AI εντός της Ένωσης συνδέονται, έτσι, με την αυτονομία, την ανταγωνιστικότητα και τη δυνατότητα αξιοποίησης της τεχνολογίας υπό ευρωπαϊκούς όρους.
Πίεση και στις αγορές χρηματοδότησης
Η εξάρτηση από την αμερικανική τεχνολογία έχει και χρηματοπιστωτική διάσταση, κατά την πρόεδρο της ΕΚΤ. Οι επενδυτικές ανάγκες των αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών είναι τόσο μεγάλες ώστε δανείζονται και στην Ευρώπη, γεγονός που αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης για άλλους και περιορίζει τη διαθέσιμη πρόσβαση στην αγορά χρέους.
Παράλληλα, τα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά ταμεία επενδύουν σημαντικά σε μετοχές αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών. Μια διόρθωση στις αγορές θα επηρέαζε, κατά τη Λαγκάρντ, και τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις, προσθέτοντας έναν ακόμη λόγο για τον οποίο η Ευρώπη χρειάζεται να ενισχύσει τη δική της τεχνολογική βάση.
Η Λαγκάρντ συνέδεσε έτσι την επένδυση σε υποδομές και μοντέλα AI με μια ευρύτερη ανάγκη περιορισμού της εξάρτησης. Η πρόκληση, σύμφωνα με την τοποθέτησή της, αφορά ταυτόχρονα τη λειτουργία βασικών υπηρεσιών, την παραγωγικότητα και τη σταθερότητα της χρηματοδότησης στην Ευρώπη.
