Σε εθελοντική κυβερνητική επισκόπηση νέων AI μοντέλων πριν από τη δημόσια διάθεσή τους καλεί τις τεχνολογικές εταιρείες εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε την Τρίτη ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Η κίνηση σηματοδοτεί μετατόπιση από την πιο χαλαρή προσέγγιση που είχε υιοθετήσει ο Λευκός Οίκος για την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς το ζήτημα της AI συνδέεται πλέον πιο άμεσα με την κυβερνοασφάλεια και την εθνική ασφάλεια.
Το νέο πλαίσιο ζητά από τις εταιρείες να δίνουν στην κυβέρνηση περιθώριο έως 30 ημερών για επισκόπηση πριν από την κυκλοφορία νέων μοντέλων στο κοινό. Παράλληλα, αναθέτει στον υπουργό Οικονομικών τη δημιουργία ενός AI «cybersecurity clearinghouse», το οποίο θα εξετάζει ευπάθειες ασφαλείας που εντοπίζονται από AI μοντέλα. Το διάταγμα περιγράφεται ως το σημαντικότερο βήμα της κυβέρνησης Τραμπ προς την κατεύθυνση ρύθμισης της τεχνητής νοημοσύνης.
Η νέα ισορροπία μεταξύ AI και ασφάλειας
Η υπογραφή του διατάγματος ακολούθησε μήνες εσωτερικών συζητήσεων στην αμερικανική κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της AI στην κυβερνοασφάλεια και την εθνική ασφάλεια. Τον Μάιο, ο Τραμπ είχε αποσύρει προηγούμενη εκδοχή του διατάγματος λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη υπογραφή του. Εκείνη η εκδοχή προέβλεπε παράθυρο κυβερνητικής επισκόπησης έως 90 ημερών, πριν από τη διάθεση νέων AI μοντέλων.
Η αναθεωρημένη εκδοχή φέρεται να προχώρησε μετά από συνάντηση στον Λευκό Οίκο με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και του Ντέιβιντ Σακς, ο οποίος είχε προηγουμένως ρόλο AI czar στην κυβέρνηση. Πρόσωπα που γνωρίζουν τη σχετική συζήτηση ανέφεραν ότι ο Σακς, ο οποίος είχε αντιταχθεί στο προηγούμενο σχέδιο, αποδέχθηκε την αναθεωρημένη εκδοχή μετά τη μείωση του χρόνου επισκόπησης από τις 90 στις 30 ημέρες.
Οι εταιρείες και το πολιτικό παρασκήνιο
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το διάταγμα ως προσπάθεια συνεργασίας με τη βιομηχανία, χωρίς πλήρη εγκατάλειψη της έμφασης στην καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών εταιρειών έναντι της Κίνας. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Λιζ Χιούστον, δήλωσε ότι η απόφαση αντανακλά την προσέγγιση του Τραμπ για συνεργασία με τη βιομηχανία, με στόχο την ισορροπία μεταξύ καινοτομίας και ασφάλειας και τη διατήρηση της αμερικανικής θέσης στην AI και την κυβερνοασφάλεια.
Στον τεχνολογικό κλάδο, η απόφαση προκάλεσε άμεση κινητικότητα, καθώς στελέχη επιχειρούσαν να αξιολογήσουν τις πρακτικές συνέπειες του διατάγματος για μια αγορά που είχε κινηθεί μέχρι τώρα με περιορισμένη εποπτεία. Ορισμένες εταιρείες εκτιμούσαν ότι η συμμετοχή τους σε διαδικασία συνεργασίας με την κυβέρνηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως απάντηση στις δημόσιες ανησυχίες για την AI. Άλλες πλευρές εξέφραζαν ανησυχία ότι το νέο πλαίσιο θα μπορούσε να επιβραδύνει την ανάπτυξη ή να οδηγήσει αργότερα σε αυστηρότερη ρύθμιση.
Η στάση της Big Tech
Στελέχη μεγάλων εταιρειών, μεταξύ των οποίων ο Μπραντ Σμιθ της Microsoft, ο Κρις Λεχέιν της OpenAI και ο Κεντ Γουόκερ της Google, χαιρέτισαν χωριστά το διάταγμα ως βήμα που επιχειρεί να συνδυάσει την ασφάλεια με την καινοτομία στην AI. Η Anthropic εξέφρασε επίσης στήριξη μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Σαμ Άλτμαν, διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, έχει προγραμματισμένη επίσκεψη στον Λευκό Οίκο την Τετάρτη, για συνάντηση που είχε κανονιστεί πριν από την υπογραφή του διατάγματος. Πολλά στελέχη της τεχνολογίας αιφνιδιάστηκαν από την απόφαση του Τραμπ να υπογράψει το διάταγμα χωρίς ιδιαίτερη δημοσιότητα ή φωτογραφική εκδήλωση, καθώς εκπρόσωποι των OpenAI, Anthropic, Microsoft, Meta και Google είχαν προσκληθεί τους προηγούμενους μήνες να συζητήσουν την πολιτική με την κυβέρνηση.
Οι ανησυχίες για προηγμένα μοντέλα
Η πορεία προς μια πιο τυπική διαδικασία εποπτείας συνδέθηκε με τις ανησυχίες που προκάλεσε τον Απρίλιο η ανακοίνωση της Anthropic για το AI μοντέλο Mythos. Η εταιρεία είχε αναφέρει ότι το μοντέλο μπορούσε να εντοπίζει ευπάθειες λογισμικού, εξέλιξη που προκάλεσε ανησυχία σε κυβερνητικούς αξιωματούχους, τράπεζες και άλλους φορείς για το ενδεχόμενο μελλοντικά AI μοντέλα να εντοπίζουν αδυναμίες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από αντιπάλους των ΗΠΑ.
Το διάταγμα έρχεται σε περίοδο αυξημένης δημόσιας επιφύλαξης απέναντι στην AI. Σε δημοσκόπηση του Quinnipiac University τον Μάρτιο, το 55% των Αμερικανών ενηλίκων δήλωσε ότι βλέπει την AI περισσότερο ως δύναμη που μπορεί να προκαλέσει βλάβη παρά ως θετική δύναμη. Οι ανησυχίες που καταγράφονται αφορούν, μεταξύ άλλων, την εργασία, τις τιμές της ενέργειας, την εκπαίδευση και την ψυχική υγεία.
Ο Τραμπ είχε δεχθεί πίεση από συμμάχους του πολιτικού χώρου MAGA για αυξημένη ρύθμιση της AI. Τον Μάιο, πρόσωπα όπως ο Στίβεν Μπάνον και η Έιμι Κρέμερ, μαζί με δεκάδες πάστορες, υπέγραψαν επιστολή με την οποία ζητούσαν από τον πρόεδρο να υιοθετήσει υποχρεωτική διαδικασία αξιολόγησης των AI μοντέλων. Στην επιστολή ανέφεραν ότι τα συστήματα θα μπορούσαν να βλάψουν την κυβερνοασφάλεια και ότι οι τεχνολογικές εταιρείες δεν μπορούν να αφεθούν να αυτοελέγχονται.
