Σε μια πρόσφατη συζήτηση στρογγυλής τραπέζης σ΄ ένα Συνέδριο που συμμετείχα, μου τέθηκε ένα φαινομενικά απλό ερώτημα: Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για την υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στη χώρα μας; Η τεχνολογία; Η κουλτούρα; Ή το κανονιστικό πλαίσιο; Κατά την διάρκεια της προετοιμασίας μου, έψαξα πρώτα να βρω κάποια σχετικά στοιχεία:
Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη της Microsoft, η Ελλάδα βρίσκεται προτελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά στη χρήση TN από τους πολίτες της: μόλις το 17,7% την χρησιμοποιεί τακτικά στην εργασία ή την καθημερινότητά του. Αντίστοιχα, στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2024 μόλις το 9,8% των ελληνικών επιχειρήσεων με περισσότερους από 10 εργαζομένους χρησιμοποίησε τουλάχιστον μία τεχνολογία ΤΝ, έναντι 13,5% στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στις μεγάλες επιχειρήσεις (>=250 εργαζομένους), το ποσοστό ανεβαίνει στο 24,3% – περίπου μία στις τέσσερις.
Τα ακριβή νούμερα μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τη μεθοδολογία. Η εικόνα όμως είναι ξεκάθαρη: όσον αφορά στην υιοθέτηση της ΤΝ η Ελλάδα ακολουθεί, δεν προηγείται.
Γιατί λοιπόν συμβαίνει αυτό; Είναι ζήτημα τεχνολογίας, κανονιστικού πλαισίου ή κουλτούρας;
Ας τα πάρουμε ένα ένα:
Όσον αφορά στην τεχνολογία, η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι πλέον ευρέως διαθέσιμη, ώριμη και προσιτή. Από μεγάλες επιχειρήσεις μέχρι μικρές ομάδες, από τον δημόσιο τομέα μέχρι τους απλούς πολίτες, τα εργαλεία υπάρχουν. Το κόστος εισόδου έχει μειωθεί δραστικά και η πρόσβαση στη γνώση είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Άρα, όσο βολικό κι αν είναι, δεν μπορούμε πλέον να κρυβόμαστε πίσω από το επιχείρημα της τεχνολογικής ανωριμότητας.
Τι γίνεται άραγε με το κανονιστικό πλαίσιο;
Δεν είμαι νομικός, όμως τα γεγονότα είναι σαφή: με το EU AI Act, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου του 2024 σε όλα τα Κράτη-Μέλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε το πρώτο παγκοσμίως ολοκληρωμένο ρυθμιστικό πλαίσιο για την Τεχνητή Νοημοσύνη, προβλέποντας την διαβάθμιση των συστημάτων ΑΙ με βάση τον κίνδυνο (“risk-based assessment”) και καθορίζοντας περιορισμούς σε πολύ “επικίνδυνα” AI συστήματα.
Επιπλέον, η Ελλάδα έχει θεσπίσει βασικό πλαίσιο για τη χρήση της ΤΝ ήδη από το 2022 με το νόμο 4961/2022, ο οποίος μεταξύ άλλων ρυθμίζει και τη χρήση τεχνολογιών AI στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, απαιτώντας “εκτίμηση αλγοριθμικών επιπτώσεων” (algorithmic impact assessment) πριν από την χρήση συστημάτων ΑΙ από δημόσιες αρχές.
Φυσικά, το κανονιστικό πλαίσιο εισάγει ένα κόστος συμμόρφωσης. Όμως είναι σαφές, προβλέψιμο και σε μεγάλο βαθμό ευθυγραμμισμένο με τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές. Δύσκολα λοιπόν μπορεί αυτό να θεωρηθεί ο βασικός λόγος που η Ελλάδα υστερεί στην υιοθέτηση της ΤΝ.
Αν λοιπόν δεν φταίει ούτε η τεχνολογία, ούτε το ρυθμιστικό πλαίσιο, τότε τι φταίει;
Η έλλειψη δεξιοτήτων θα πει κάποιος, και όντως υπάρχουν διάφορες σχετικές μελέτες που αναδεικνύουν το πρόβλημα και μπορούμε να μιλήσουμε αναλυτικά γι΄αυτό σε επόμενο άρθρο. Όμως, κατά τη γνώμη μου, ο βασικός ανασταλτικός παράγοντας είναι η κουλτούρα – η οποία φυσικά επηρεάζει και την απόκτηση των σωστών δεξιοτήτων. Και ας εξηγήσω τι εννοώ:
Η ελληνική επιχειρηματική κουλτούρα όσον αφορά στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών είναι συχνά της λογικής «wait and see», δηλαδή άσε να το κάνουν πρώτα οι άλλοι, να περάσουν «οι παιδικές ασθένειες» και μετά το υιοθετούμε κι εμείς. Το πρόβλημα είναι ότι σε έναν κόσμο όπου οι νέες τεχνολογίες εξελίσσονται με ταχύτητα φωτός και αλλάζουν τα πάντα γύρω μας εν μία νυκτί, αυτή η στάση δεν είναι ουδέτερη: αποτελεί μέγα ανταγωνιστικό μειονέκτημα της χώρας.
Γιατί συμβαίνει όμως αυτό; Μα γιατί πολύ απλά, κάπου καραδοκεί ο φόβος της αποτυχίας, και στην Ελλάδα δεν έχουμε κουλτούρα αποτυχίας. Αυτός είναι κατά τη γνώμη μου και ένας από τους λόγους που υστερούμε όχι μόνο στην υιοθέτηση της ΤΝ, αλλά και σε καινοτομία γενικώς. Με το να περιμένουμε να ωριμάσει η κάθε νέα τεχνολογία για να την υιοθετήσουμε χάνουμε τα πολύτιμα μαθήματα που μπορεί να πάρει κανείς από τα πρώτα βήματα, τα οποία βοηθούν πολύ στο να αποφύγουμε παγίδες στο μέλλον.
Πρέπει λοιπόν να μεταβούμε από την κουλτούρα του «wait and see» στην κουλτούρα του «test and learn». Αυτό όμως δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε απλό. Χρειάζεται διαφορετική κουλτούρα ηγεσίας, διαφορετική οργάνωση και -κυρίως- διαφορετική στρατηγική ωριμότητα. Κάτι που, δυστυχώς, διαπιστώνω πως συχνά λείπει. Ακόμη και από μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις. Το βλέπω στην πράξη: η πιο συχνή ερώτηση είναι: «Ποιό AI tool να αγοράσω;»
Η σωστές ερωτήσεις όμως είναι άλλες:
«Ποια διαδικασία θέλω να αυτοματοποιήσω;», «Ποια απόφαση θέλω να βελτιώσω;» και -κυρίως- «ποιο επιχειρηματικό αποτέλεσμα θέλω να πετύχω;»
Αυτές οι ερωτήσεις όμως δεν απαντώνται χωρίς κατανόηση του πού βρίσκομαι σε σχέση με την αγορά-στόχο μου, πού θέλω να φτάσω, με ποιόν τρόπο θέλω να διαφοροποιηθώ από τον ανταγωνισμό και με ποιον μηχανισμό υλοποιώ και συστηματικά αναθεωρώ τις στρατηγικές επιλογές μου. Οι απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις προϋποθέτουν ότι οι επιχειρήσεις και οι ηγέτες τους έχουν κατανοήσει καλά όχι μόνο την ΤΝ (ή την εκάστοτε τεχνολογία) και τις δυνατότητες που αυτή προσφέρει, αλλά διαθέτουν ξεκάθαρη στρατηγική και ισχυρό μηχανισμό υλοποίησης και συστηματικής αναθεώρησής της. Είναι και αυτό θέμα κουλτούρας, συμπληρωματικό ως προς την κουλτούρα αποτυχίας που ανέφερα ανωτέρω.
Επομένως, το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ευρύτερη υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Ελλάδα, δεν είναι ούτε η τεχνολογία, ούτε το κανονιστικό πλαίσιο, αλλά η επιχειρηματική μας κουλτούρα. Και αυτό μεταφράζεται τελικά σε ζήτημα ηγεσίας και στρατηγικών επιλογών.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα:
Η μετάβαση από την κουλτούρα του «wait and see» στην κουλτούρα του «test and learn» και η οικοδόμηση κουλτούρας αποτυχίας είναι ίσως η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο στρατηγικά απαραίτητη μετάβαση που πρέπει να κάνουμε εάν θέλουμε η Ελλάδα να εξελιχθεί από ουραγός υιοθέτησης νέων τεχνολογιών σε μια επιτυχημένη μηχανή καινοτομίας και ανάπτυξης.
Γράφει η Μαρία Μπούρα, Executive Business Advisor | Leadership | Strategy | 5G & Beyond
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom
