Η ψηφιακή λειτουργία της οικονομίας και του κράτους βασίζεται σε μια παραδοχή που σπάνια εξετάζουμε: ότι τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα θα είναι διαθέσιμα όταν τα χρειαστούμε περισσότερο. Συνήθως η συζήτηση για την προστασία τους επικεντρώνεται στις κυβερνοεπιθέσεις, στο ransomware, στις ευπάθειες λογισμικού και στην ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όλα αυτά είναι κρίσιμα. Ωστόσο, ένα δίκτυο μπορεί να διαθέτει ισχυρή κρυπτογράφηση, σύγχρονο SOC, πολυπαραγοντική ταυτοποίηση και αυστηρό έλεγχο πρόσβασης – και παρ’ όλα αυτά να σταματήσει να λειτουργεί επειδή δεν έχει ρεύμα.
Κάθε ψηφιακή υπηρεσία καταλήγει σε φυσική υποδομή. Οι σταθμοί βάσης κινητής τηλεφωνίας, οι κόμβοι οπτικών δικτύων, οι δρομολογητές, τα data centers, τα συστήματα ψύξης και οι υποδομές κορμού εξαρτώνται από συνεχή ηλεκτροδότηση. Οι μπαταρίες και τα UPS δεν αποτελούν μόνιμη λύση· προσφέρουν χρόνο μετάβασης. Οι γεννήτριες χρειάζονται καύσιμα, συντήρηση, διαθέσιμο προσωπικό και ασφαλή πρόσβαση. Σε μια μεγάλη πυρκαγιά, πλημμύρα, χιονοθύελλα ή σεισμό, ακριβώς αυτές οι προϋποθέσεις μπορεί να μην υπάρχουν. Ο BEREC έχει αναγνωρίσει την ενεργειακή εξάρτηση ως κρίσιμο παράγοντα ανθεκτικότητας των δικτύων και έχει υπογραμμίσει την ανάγκη στενότερου συντονισμού μεταξύ του ενεργειακού και του τηλεπικοινωνιακού τομέα.
Το πρόβλημα επιτείνεται επειδή οι κρίσεις δεν εξελίσσονται σε απομονωμένους τομείς. Η διακοπή ρεύματος επηρεάζει τις τηλεπικοινωνίες. Η απώλεια τηλεπικοινωνιών δυσχεραίνει τον συντονισμό των συνεργείων ενέργειας, της Πολιτικής Προστασίας, των υπηρεσιών υγείας και των δήμων. Παράλληλα, η κίνηση στα δίκτυα αυξάνεται, καθώς οι πολίτες αναζητούν πληροφορίες, επικοινωνούν με συγγενείς ή καλούν υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος αλληλεξαρτήσεων, στον οποίο μια αρχικά τοπική βλάβη μπορεί να εξελιχθεί σε ευρύτερη επιχειρησιακή κρίση.
Η Ευρώπη δεν ξεκινά από ενιαίο επίπεδο ετοιμότητας. Σε έρευνα του BEREC το 2023, από 29 εθνικές ρυθμιστικές αρχές, μόλις εννέα ανέφεραν συγκεκριμένη εθνική υποχρέωση για εφεδρική ηλεκτροδότηση στα δίκτυα κινητής, έξι δήλωσαν μερική ρύθμιση και δεκατέσσερις καμία σχετική εθνική υποχρέωση. Η περίπτωση των πλημμυρών στη Σλοβενία το ίδιο έτος έδειξε επίσης πώς οι ταυτόχρονες ζημιές σε ενέργεια, μεταφορές και επικοινωνίες μπορούν να προκαλέσουν εκτεταμένες διακοπές, ενώ η αδυναμία οδικής πρόσβασης και μεταφοράς βαρέων γεννητριών καθυστερεί την αποκατάσταση.
Το θεσμικό πλαίσιο κινείται πλέον προς μια πιο ολιστική προσέγγιση. Η NIS2 δεν περιορίζεται στην αποτροπή κυβερνοεπιθέσεων: απαιτεί διαχείριση κινδύνων, επιχειρησιακή συνέχεια, αποκατάσταση μετά από καταστροφή και διαχείριση κρίσεων. Στην Ελλάδα, η Οδηγία έχει ενσωματωθεί με τον ν. 5160/2024 και εξειδικεύεται μέσω του Εθνικού Πλαισίου Απαιτήσεων Κυβερνοασφάλειας. Παράλληλα, ο ν. 5236/2025, που ενσωματώνει την Οδηγία CER, διευρύνει την προσοχή στη φυσική και επιχειρησιακή ανθεκτικότητα των κρίσιμων οντοτήτων. Η ουσία, όμως, δεν είναι η τυπική συμμόρφωση. Είναι η αποδεδειγμένη δυνατότητα συνέχισης των κρίσιμων υπηρεσιών υπό πραγματικές συνθήκες.
Η Ελλάδα χρειάζεται, επομένως, ένα συνεκτικό εθνικό πλαίσιο ενεργειακής ανθεκτικότητας των τηλεπικοινωνιών. Πρώτον, πρέπει να καθοριστούν ελάχιστες απαιτήσεις αυτονομίας ανά κατηγορία εγκατάστασης και όχι ένα ενιαίο όριο για όλα τα σημεία. Ένας κόμβος κορμού, ένας σταθμός που καλύπτει νοσοκομείο ή βασικό οδικό άξονα και μια εγκατάσταση σε απομακρυσμένο νησί δεν έχουν την ίδια κρισιμότητα.
Δεύτερον, απαιτείται ασφαλής διατομεακός συντονισμός μεταξύ τηλεπικοινωνιακών παρόχων, ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ, Πολιτικής Προστασίας, τοπικής αυτοδιοίκησης και αρμόδιων αρχών. Οι κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις πρέπει να εντάσσονται σε διαδικασίες προτεραιότητας αποκατάστασης ηλεκτροδότησης, με προκαθορισμένη πρόσβαση συνεργείων, σχέδια ανεφοδιασμού καυσίμων και εναλλακτικές διαδρομές προσέγγισης.
Τρίτον, η ανθεκτικότητα πρέπει να βασίζεται σε πολλαπλά επίπεδα: μπαταρίες κατάλληλης διάρκειας, γεννήτριες, κινητές μονάδες τροφοδοσίας, τοπική παραγωγή και αποθήκευση ενέργειας όπου είναι τεχνικά εφικτό, φορητούς σταθμούς βάσης και εναλλακτικό backhaul, συμπεριλαμβανομένων δορυφορικών λύσεων. Εξίσου σημαντική είναι η λειτουργία υποβαθμισμένης χωρητικότητας: όταν δεν μπορεί να διατηρηθεί το σύνολο των υπηρεσιών, το δίκτυο πρέπει να προστατεύει κατά προτεραιότητα τις κλήσεις έκτακτης ανάγκης, τις προειδοποιήσεις 112 μέσω Cell Broadcast και τις επικοινωνίες των φορέων πρώτης απόκρισης.
Τέταρτον, τα σχέδια πρέπει να δοκιμάζονται. Δεν αρκεί μια άσκηση επί χάρτου. Χρειάζονται διατομεακές ασκήσεις με πραγματική απώλεια τροφοδοσίας, ανάπτυξη κινητών γεννητριών, εναλλακτική δρομολόγηση και μέτρηση της υπηρεσίας που παραμένει διαθέσιμη. Οι δείκτες πρέπει να αφορούν τις πραγματικές ώρες αυτονομίας υπό φορτίο και υψηλή θερμοκρασία, τον χρόνο πρόσβασης και ανεφοδιασμού, τον χρόνο αποκατάστασης και το ποσοστό του πληθυσμού που διατηρεί βασική συνδεσιμότητα.
Τέλος, το κόστος της ενεργειακής εφεδρείας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως λειτουργική δαπάνη των παρόχων. Η συνδεσιμότητα σε μια κρίση παράγει ευρύτερη δημόσια αξία: επιτρέπει την έγκαιρη προειδοποίηση, τη λειτουργία των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης, τον συντονισμό των συνεργείων και την ενημέρωση των πολιτών. Χρειάζονται, συνεπώς, σαφείς κανονιστικές απαιτήσεις, επενδυτικά κίνητρα και κοινός σχεδιασμός.
Η κυβερνοασφάλεια παραμένει αναγκαία, αλλά δεν ταυτίζεται με την ανθεκτικότητα. Ένα ασφαλές δίκτυο αποτρέπει ή περιορίζει μια επίθεση. Ένα ανθεκτικό δίκτυο συνεχίζει να παρέχει τις απολύτως κρίσιμες υπηρεσίες ακόμη και όταν η επίθεση, η φυσική καταστροφή ή το blackout έχει ήδη συμβεί. Αυτό είναι το πραγματικό επίπεδο αξιοπιστίας που πρέπει να απαιτούμε από τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές της χώρας.
Γράφει ο Αθανάσιος Στάβερης-Πολυκαλάς, AI & Cybersecurity Specialist
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom



