Για μια ολόκληρη δεκαετία, ο ψηφιακός μετασχηματισμός μετρήθηκε με όρους ταχύτητας: πόσο γρήγορα μια επιχείρηση μετέφερε τα συστήματά της στο cloud, πόσο σύντομα ψηφιοποίησε τις διαδικασίες της, πόσους πιλότους Τεχνητής Νοημοσύνης πρόλαβε να ανακοινώσει. Το ερώτημα που θέτει σήμερα η πραγματικότητα είναι διαφορετικό και σαφώς πιο απαιτητικό: πόσο ελέγχουμε αυτά που υιοθετήσαμε. Η ψηφιακή ανθεκτικότητα -η ικανότητα ενός οργανισμού να συνεχίζει να λειτουργεί, να αλλάζει πορεία και να διατηρεί την αυτονομία των επιλογών του- αναδεικνύεται στο πραγματικό διακύβευμα της επόμενης πενταετίας. Παράλληλα, είναι απαραίτητη πλέον η εταιρική υπευθυνότητα, δηλαδή η χρήση και παραγωγή ψηφιακών τεχνολογιών πρέπει να γίνεται με ηθικά και νομικά υπεύθυνο τρόπο, να είναι δίκαιη, χρηστή, ασφαλής και κατανοητή.
Αυτή η μετατόπιση αλλάζει και τον ρόλο της τεχνολογικής ηγεσίας. Ο CIO και ο CTO δεν είναι πλέον διαχειριστές ενός κέντρου κόστους· είναι συνδιαμορφωτές της επιχειρηματικής στρατηγικής. Και η μετάφραση της τεχνολογικής στρατηγικής σε παραγωγικότητα περνά από ένα μέγεθος που σπάνια συζητείται στα διοικητικά συμβούλια: το τεχνικό χρέος. Σύμφωνα με τη διεθνή έρευνα State of Open Source 2026, στους μεγάλους οργανισμούς έξι στους δέκα επαγγελματίες δηλώνουν ότι αφιερώνουν τουλάχιστον τον μισό χρόνο τους σε συντήρηση και διόρθωση σφαλμάτων αντί για ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων. Κάθε ώρα που καταναλώνεται σε παρωχημένα, μη τεκμηριωμένα ή αδιέξοδα συστήματα είναι μια ώρα που δεν επενδύεται σε ανταγωνιστικότητα.
Στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η διάκριση ανάμεσα στην επίδειξη και την ωφέλεια γίνεται πλέον ορατή. Οι οργανισμοί που αποκομίζουν πραγματική αξία δεν είναι εκείνοι με τα εντυπωσιακότερα demo, αλλά εκείνοι που έχουν καθαρά, τεκμηριωμένα και νόμιμα δεδομένα, σαφή ανθρώπινη εποπτεία στις κρίσιμες αποφάσεις και δυνατότητα να εξηγήσουν τι κάνει το σύστημά τους. Η προετοιμασία για την εφαρμογή του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη είναι μια άσκηση ωριμότητας. Και η ανάπτυξη ανοιχτών μοντέλων, που μπορούν να εκτελεστούν σε υποδομή που ο οργανισμός ελέγχει, δίνει στις ευρωπαϊκές και ελληνικές επιχειρήσεις μια επιλογή που πριν από τρία χρόνια δεν υπήρχε.
Πίσω από κάθε αξιόπιστο σύστημα ΤΝ υπάρχει διακυβέρνηση δεδομένων: ποιος έχει πρόσβαση, με ποια νομική βάση, σε ποια μορφή και -κρίσιμα- με ποιο κόστος εξόδου. Όταν τα δεδομένα μιας επιχείρησης είναι εγκλωβισμένα σε κλειστούς μορφότυπους ή σε διεπαφές που ελέγχει τρίτο μέρος, η επιχείρηση δεν κατέχει πραγματικά το πολυτιμότερο περιουσιακό της στοιχείο.
Η κυβερνοασφάλεια, αντίστοιχα, έχει πάψει να είναι τεχνικό ζήτημα. Με την ενσωμάτωση της Οδηγίας NIS2 στο ελληνικό δίκαιο, η ευθύνη ανεβαίνει θεσμικά στη διοίκηση και συνδέεται άμεσα με την επιχειρησιακή συνέχεια. Τα ευρήματα εδώ είναι διδακτικά: ένας στους πέντε οργανισμούς δεν διαθέτει καμία τυπική διαδικασία αντιμετώπισης γνωστών ευπαθειών, ενώ περισσότεροι από τους μισούς που απέτυχαν σε έλεγχο συμμόρφωσης χρησιμοποιούσαν λογισμικό εκτός υποστήριξης. Η ανθεκτικότητα χτίζεται με μητρώο εξαρτήσεων λογισμικού (SBOM), τακτικές ενημερώσεις, δοκιμασμένα σχέδια ανάκαμψης και ανθρώπους που ξέρουν τι να κάνουν όταν κάτι αστοχήσει.
Ο εκσυγχρονισμός των υποδομών οφείλει να υπηρετεί την ίδια λογική. Το cloud προσφέρει ελαστικότητα και ταχύτητα, αλλά η αρχιτεκτονική επιλογή που έχει σημασία είναι η φορητότητα: μπορεί ένα σύστημα που σήμερα λειτουργεί στο cloud ενός παρόχου να μεταφερθεί αύριο αλλού, χωρίς να ξαναχτιστεί από την αρχή; Ανοιχτά πρότυπα, τεκμηριωμένες διεπαφές και ρητή στρατηγική εξόδου είναι σήμερα βασικοί δείκτες ωριμότητας μιας τεχνολογικής λειτουργίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η αποφυγή εξάρτησης από έναν προμηθευτή αναδεικνύεται πλέον στον κυριότερο λόγο στροφής προς τις ανοιχτές τεχνολογίες και μάλιστα εντονότερα στην Ευρώπη απ’ ό,τι στη Βόρεια Αμερική. Ο ανοιχτός κώδικας πέρα από πιο οικονομική επιλογή· είναι στρατηγικό κεφάλαιο και, ταυτόχρονα, στρατηγική ευθύνη. Απαιτεί διακυβέρνηση, πολιτική αδειοδότησης, συστηματική συντήρηση και, ιδανικά, μια δομή τύπου Open Source Program Office (OSPO) που μετατρέπει την τυχαία χρήση σε συνειδητή πολιτική.
Συνοψίζοντας, ανοιχτές επιλογές, συμμόρφωση προς ευρωπαϊκά πρότυπα και οδηγίες, ασφαλείς και συμπεριληπτικές ψηφιακές υπηρεσίες, με σεβασμό στην ιδιωτικότητα των δεδομένων, επιτρέπουν σε έναν οργανισμό να είναι ταυτόχρονα ψηφιακά ανθεκτικός και υπεύθυνος, Για την ελληνική οικονομία, όπου κυριαρχούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το στοίχημα είναι διπλό: δεξιότητες και συνεργασία. Χρειαζόμαστε ψηφιακά υπεύθυνα στελέχη που μπορούν να αξιολογούν τεχνικές προσφορές χωρίς να εξαρτώνται από τους ίδιους τους αναδόχους, και ισχυρότερους δεσμούς ανάμεσα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, κοινότητες ανοιχτού λογισμικού και επιχειρήσεις. Η ανοιχτότητα είναι ο πιο οικονομικός τρόπος για μια μικρή χώρα να αποκτήσει τεχνολογικό βάθος με υπεύθυνο τρόπο.
Η επόμενη φάση του ψηφιακού μετασχηματισμού δεν θα κριθεί στην ταχύτητα υιοθέτησης, αλλά στην ποιότητα του ελέγχου. Οι επιχειρήσεις που θα το αντιληφθούν έγκαιρα δεν θα είναι απλώς πιο ασφαλείς. Θα είναι πιο ελεύθερες να επιλέγουν ορθά – και αυτή η ελευθερία είναι, στην πράξη, ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Γράφει ο Ιωάννης Σταμέλος, Καθηγητής Τμήματος Πληροφορικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Πρόεδρος Δ.Σ. Οργανισμού Ανοιχτών Τεχνολογιών – ΕΕΛΛΑΚ



