Για πολλά χρόνια, ο ψηφιακός μετασχηματισμός αντιμετωπιζόταν ως μία διαδικασία εκσυγχρονισμού των πληροφοριακών συστημάτων. Σήμερα, σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από διαρκείς γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως επίσης από οικονομικές και τεχνολογικές ανακατατάξεις, o ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο οι οργανισμοί επανασχεδιάζουν τη λειτουργία τους, δημιουργούν νέα επιχειρηματικά μοντέλα και ενισχύουν την ανταγωνιστικότητά τους.
Ο ρόλος των CIOs, CTOs, CISOs, και συνολικά της τεχνολογικής ηγεσίας, έχει μετασχηματιστεί επίσης με την πάροδο των χρόνων, καθώς οι τεχνολογικοί ηγέτες δεν διαχειρίζονται πλέον μόνο υποδομές ή έργα πληροφορικής. Συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της επιχειρηματικής στρατηγικής, αξιολογούν κινδύνους, καθοδηγούν επενδύσεις, σχεδιάζουν πολιτικές διακυβέρνησης, και συμβάλλουν καθοριστικά στην επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη των οργανισμών.
Η ραγδαία έλευση της τεχνητής νοημοσύνης έχει συμβάλει σημαντικά στη μετάβαση αυτή, καθώς προσφέρει εξελιγμένες δυνατότητές αυτοματοποίησης, λήψης αποφάσεων, αύξηση της παραγωγικότητας και δημιουργία νέων υπηρεσιών. Ωστόσο, η πραγματική της αξία δεν θα κριθεί από τον αριθμό των εφαρμογών που θα υιοθετήσουμε, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο θα διασφαλίσουμε ότι αξιοποιείται υπεύθυνα, με διαφάνεια, λογοδοσία και σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα. Η εφαρμογή του AI Act αποτελεί σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, αναδεικνύοντας ότι η καινοτομία και η εμπιστοσύνη δεν είναι αντικρουόμενες έννοιες, αλλά αλληλένδετες προϋποθέσεις.
Το ίδιο ισχύει και για τα δεδομένα, τα οποία αποτελούν πλέον στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο για κάθε οργανισμό. Η αξία τους δε βρίσκεται μόνο στον όγκο τους, αλλά κυρίως στην ποιότητα, στη διακυβέρνηση και στην ασφαλή αξιοποίησή τους. Η δυνατότητα λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων, συνιστά σήμερα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, εφόσον συνοδεύεται από ισχυρές πολιτικές προστασίας προσωπικών δεδομένων, κανονιστικής συμμόρφωσης και ηθικής χρήσης της τεχνολογίας.
Παράλληλα, η κυβερνοασφάλεια έχει εξελιχθεί από τεχνική λειτουργία σε ζήτημα εταιρικής διακυβέρνησης, επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και στρατηγικής αυτονομίας. Η εφαρμογή του NIS2, του DORA και του Cyber Solidarity Act, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις γύρω από το προτεινόμενο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Cybersecurity Act 2 (CSA2), αποτυπώνει τη μετάβαση από μία προσέγγιση συμμόρφωσης σε μία ολοκληρωμένη στρατηγική κυβερνοανθεκτικότητας. Η προστασία των κρίσιμων υποδομών, η ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας αλλά και η ανθεκτικότητα των ψηφιακών οικοσυστημάτων, αναδεικνύονται σε θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την ευρωπαϊκή ψηφιακή κυριαρχία, την οικονομική ανταγωνιστικότητα και την τεχνολογική ανεξαρτησία.
Η κυβερνοασφάλεια δεν αφορά πλέον μόνο την προστασία των πληροφοριακών συστημάτων. Αφορά τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης, της επιχειρησιακής συνέχειας και της ανθεκτικότητας των οργανισμών απέναντι σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο γεωπολιτικό και ψηφιακό περιβάλλον.
Η Ευρώπη, παράλληλα, επαναπροσδιορίζει τη θέση της στο παγκόσμιο ψηφιακό οικοσύστημα. Η έννοια της ψηφιακής κυριαρχίας δεν αφορά την τεχνολογική απομόνωση, αλλά την ικανότητα κρατών, επιχειρήσεων και θεσμών να αναπτύσσουν και να αξιοποιούν ασφαλείς, αξιόπιστες και ανθεκτικές ψηφιακές υποδομές, περιορίζοντας στρατηγικές εξαρτήσεις και ενισχύοντας την αυτονομία τους σε κρίσιμους τομείς.
Για την Ελλάδα, η συγκυρία είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή. Οι σημαντικές επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό, η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και η συνεχής αναβάθμιση των δημόσιων και ιδιωτικών ψηφιακών υπηρεσιών, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Η επιτυχία, ωστόσο, δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τις τεχνολογίες που θα υιοθετήσουμε. Θα εξαρτηθεί από την ποιότητα της διακυβέρνησης, την επένδυση στους ανθρώπους και στις ψηφιακές δεξιότητες, τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, και κυρίως από την οικοδόμηση μίας κουλτούρας εμπιστοσύνης.
Η τεχνολογική ηγεσία καλείται, επομένως, να υπερβεί τα παραδοσιακά όρια της πληροφορικής. Να λειτουργήσει ως καταλύτης επιχειρηματικού μετασχηματισμού, να ενισχύσει την εμπιστοσύνη, να θωρακίσει την ψηφιακή ανθεκτικότητα και να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση μίας ανταγωνιστικής, ασφαλούς και βιώσιμης ελληνικής και ευρωπαϊκής ψηφιακής οικονομίας. Στη νέα ψηφιακή εποχή, η ισχυρότερη τεχνολογία δεν θα είναι αυτή που θα καινοτομεί ταχύτερα, αλλά εκείνη που εμπνέει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
Γράφει η Στέλλα Τσιτσούλα, Πρόεδρος Ελληνικό Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας, Αντιπρόεδρος Women4cyber Greece, Μέλος ΔΣ ΕΔΥΤΕ, Managing Partner RED.comm



