Η εμφάνιση του τουρκικού μαχητικού KAAN δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με πανικό, αλλά ούτε και με εφησυχασμό. Το ίδιο το αεροσκάφος δεν αλλάζει αύριο την ισορροπία στο Αιγαίο. Βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης και θα χρειαστούν χρόνια μέχρι να γίνει πλήρως επιχειρησιακό. Όμως το KAAN είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης πραγματικότητας: η Τουρκία επενδύει συστηματικά σε ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα αεροπορικής και τεχνολογικής ισχύος.
Αυτό το οικοσύστημα περιλαμβάνει μαχητικά, drones, ραντάρ, πυραύλους, δορυφορικές επικοινωνίες, τεχνητή νοημοσύνη, ανάλυση δεδομένων, κυβερνοδυνατότητες και ηλεκτρονικό πόλεμο. Η Άγκυρα δεν σκέφτεται πλέον μόνο σε επίπεδο πλατφόρμας. Σκέφτεται σε επίπεδο δικτύου. Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να ανησυχήσει την Ελλάδα.
Η χώρα μας έχει κάνει σημαντικές κινήσεις με τα Rafale, τα F-16 Viper και την προοπτική των F-35. Αυτά είναι κρίσιμα μέσα αποτροπής. Όμως στον σύγχρονο πόλεμο δεν αρκεί να έχεις ισχυρά αεροσκάφη. Πρέπει να μπορείς να τα συνδέεις, να τα προστατεύεις, να τα τροφοδοτείς με δεδομένα, να παρεμβάλλεις τον αντίπαλο και να επιβιώνεις όταν το δικό σου δίκτυο δέχεται επίθεση. Η μάχη του μέλλοντος θα κριθεί στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα και στην ταχύτητα επεξεργασίας της πληροφορίας.
Ο ηλεκτρονικός πόλεμος πρέπει να γίνει κεντρικός πυλώνας της ελληνικής άμυνας. Δεν είναι βοηθητική λειτουργία. Είναι όπλο πρώτης γραμμής. Αν ο αντίπαλος βασίζεται σε drones, ραντάρ, ζεύξεις δεδομένων και καθοδηγούμενα όπλα, τότε η Ελλάδα πρέπει να μπορεί να τον τυφλώνει, να τον καθυστερεί και να τον αποδιοργανώνει. Παρεμβολές, spoofing, παθητικοί αισθητήρες, προστατευμένες επικοινωνίες, κινητά συστήματα ηλεκτρονικής επίθεσης, αντι-drone τεχνολογίες και ανθεκτικά κέντρα διοίκησης πρέπει να αποκτήσουν προτεραιότητα ανάλογη με αυτήν των μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Το ίδιο σημαντική είναι η ανάλυση δεδομένων. Η Ελλάδα έχει γεωγραφικό πλεονέκτημα, αλλά αυτό δεν αρκεί αν δεν μετατραπεί σε επιχειρησιακή εικόνα. Το Αιγαίο, η Θράκη, η Κύπρος, η Ανατολική Μεσόγειος, οι θαλάσσιες γραμμές και οι κρίσιμες υποδομές παράγουν τεράστιο όγκο δεδομένων: από ραντάρ, πλοία, αεροσκάφη, drones, δορυφόρους, αισθητήρες, ανοιχτές πηγές και κυβερνοχώρο. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να συλλέγονται αυτά τα δεδομένα. Είναι να αναλύονται γρήγορα, να διασταυρώνονται αξιόπιστα και να μετατρέπονται σε αποφάσεις.
Χρειάζεται ένα εθνικό σύστημα αμυντικής ανάλυσης δεδομένων, με τεχνητή νοημοσύνη, ασφαλείς υποδομές cloud, αλγορίθμους ανίχνευσης ανωμαλιών, αυτοματοποιημένη σύνθεση εικόνας και άμεση διασύνδεση με τις Ένοπλες Δυνάμεις. Δεν μπορεί κάθε κλάδος να βλέπει μόνο το δικό του κομμάτι. Η αεροπορία, το ναυτικό, ο στρατός, η κυβερνοάμυνα και η πολιτική προστασία πρέπει να λειτουργούν πάνω σε κοινή επιχειρησιακή εικόνα. Όποιος καταλαβαίνει πρώτος τι συμβαίνει, αποφασίζει πρώτος. Και όποιος αποφασίζει πρώτος, έχει πλεονέκτημα.
Τα μη επανδρωμένα συστήματα είναι το τρίτο κρίσιμο πεδίο. Η Τουρκία έχει ήδη δείξει πόσο αποτελεσματικά μπορούν να είναι τα drones ως εργαλεία επιτήρησης, πίεσης, στόχευσης και εξαγωγικής επιρροής. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μερικές ακριβές πλατφόρμες για συμβολικούς λόγους. Χρειάζεται μαζική οικογένεια μη επανδρωμένων: μικρά drones για μονάδες πρώτης γραμμής, μεσαία UAV για επιτήρηση, ναυτικά drones, υποβρύχια μη επανδρωμένα, περιφερόμενα πυρομαχικά, drones ηλεκτρονικού πολέμου και συστήματα αντιμετώπισης εχθρικών drones.
Η λέξη-κλειδί είναι επιμονή. Τα μαχητικά είναι πολύτιμα, αλλά δεν μπορούν να βρίσκονται παντού και πάντα. Τα drones μπορούν να παραμένουν επί ώρες πάνω από περιοχές ενδιαφέροντος, να παρακολουθούν κινήσεις, να εντοπίζουν απειλές, να λειτουργούν ως κόμβοι επικοινωνίας ή ακόμη και ως δολώματα. Σε ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο, με εκατοντάδες νησιά, θαλάσσιες διόδους και διάσπαρτες υποδομές, η επιμονή είναι στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η ελληνική απάντηση στο KAAN δεν πρέπει να είναι η μίμηση. Δεν χρειάζεται να κυνηγήσουμε κάθε τουρκικό πρόγραμμα με ένα αντίστοιχο ελληνικό. Χρειάζεται να επενδύσουμε εκεί όπου μπορούμε να δημιουργήσουμε ασύμμετρο πλεονέκτημα: ηλεκτρονικός πόλεμος, ανάλυση δεδομένων, drones, κυβερνοανθεκτικότητα και εγχώρια παραγωγή κρίσιμων τεχνολογιών.
Η Ελλάδα έχει επιστήμονες, μηχανικούς, πανεπιστήμια, νεοφυείς επιχειρήσεις και στρατιωτική εμπειρία. Αυτό που λείπει είναι η κλίμακα, η ταχύτητα και η συνέχεια. Η άμυνα δεν μπορεί να λειτουργεί με αποσπασματικές αγορές και καθυστερημένα προγράμματα. Χρειάζεται σταθερή χρηματοδότηση, δοκιμές σε πραγματικές ασκήσεις, γρήγορες προμήθειες και βιομηχανική συμμετοχή.
Το μήνυμα είναι απλό: όποιος ελέγχει το φάσμα, τα δεδομένα και τα μη επανδρωμένα μέσα, θα ελέγχει και το πεδίο. Η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί τώρα. Όχι από φόβο, αλλά από ρεαλισμό.
Γράφει ο Αθανάσιος Στάβερης-Πολυκαλάς, AI & Cybersecurity Specialist
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom
