Η Ελλάδα του 2026 εμφανίζει μια παράδοξη ψηφιακή εικόνα: οι πολίτες της κινούνται με αξιοσημείωτη ταχύτητα προς τα νέα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων δείχνει να ακολουθεί με καθυστέρηση. Από τη μία πλευρά, οι χρήστες του διαδικτύου πειραματίζονται με generative AI, αγοράζουν online, δοκιμάζουν εφαρμογές, αυτοματοποιούν μικρές καθημερινές εργασίες, ζητούν ταχύτητα, ευκολία, απλότητα. Από την άλλη, πολλές επιχειρήσεις μοιάζουν να παρακολουθούν αυτή τη μετακίνηση από την άκρη της σκηνής, με το γνώριμο αντανακλαστικό του «να δούμε πώς θα πάει». Κάπου εκεί θυμηθήκαμε το «Φοβάμαι» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, για εκείνο το στιχάκι που λέει «για εμένα χωρίς εμένα». Ακούγεται σήμερα σαν περίεργα ακριβής περιγραφή της ελληνικής ψηφιακής μετάβασης: όχι ως άρνηση της τεχνολογίας, αλλά ως φόβος ότι η αγορά θα βρεθεί ξανά να κυνηγά μια πραγματικότητα που οι ίδιοι οι πελάτες της έχουν ήδη αποδεχθεί.
Η αντίφαση προκύπτει μέσα από τη νέα έκθεση της Eurostat για την ψηφιακή οικονομία και κοινωνία στην Ευρώπη. Η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη χρήση generative AI από τους χρήστες του διαδικτύου, με ποσοστό 49%, ισοβαθμώντας με χώρες όπως η Εσθονία και η Δανία. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για μια κοινωνία φοβική απέναντι στην τεχνολογία. Μιλάμε για πολίτες που δοκιμάζουν, προσαρμόζονται, μαθαίνουν, ακόμη και αν δεν χρησιμοποιούν πάντα τα εργαλεία με την πιο παραγωγική ή ώριμη λογική. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ζήτηση υπάρχει πριν ωριμάσει πλήρως η προσφορά. Ο καταναλωτής έχει αρχίσει να σκέφτεται και να κινείται ψηφιακά, ενώ ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής βάσης παραμένει σε φάση προσεκτικής αναμονής.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος. Μόλις το 9% των ελληνικών επιχειρήσεων χρησιμοποιεί τεχνολογίες AI, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 20%. Η απόσταση δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι οργανωτική, διοικητική, πολιτισμική. Το AI δεν είναι ένα ακόμη software που αγοράζεις επειδή το έχουν οι ανταγωνιστές. Είναι εργαλείο που αλλάζει διαδικασίες, ρόλους, χρόνους απόκρισης, τρόπους εξυπηρέτησης, παραγωγικότητα, ακόμη και το πώς μια εταιρεία καταλαβαίνει την ίδια την αγορά της. Αν ενσωματωθεί πρόχειρα, θα γίνει άλλο ένα ακριβό παιχνίδι. Αν δεν ενσωματωθεί καθόλου, τότε η μετάβαση θα προχωρήσει ερήμην εκείνων που θα έπρεπε να τη σχεδιάζουν.
Το ίδιο βλέπουμε και στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Οι Έλληνες καταναλωτές εμφανίζουν πολύ χαμηλό ποσοστό προβλημάτων στις online αγορές, μόλις 11%, στοιχείο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εξαιρετική βάση εμπιστοσύνης. Κι όμως, η συμβολή των ηλεκτρονικών πωλήσεων στον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων παραμένει στο 9%, τοποθετώντας τη χώρα στις τελευταίες θέσεις. Με απλά λόγια, ο πελάτης δείχνει έτοιμος, αλλά η αγορά δεν έχει ακόμη μετατρέψει αυτή την ετοιμότητα σε αξία. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο κόσμος δεν εμπιστεύεται το ψηφιακό κανάλι. Το πρόβλημα είναι ότι πολλές επιχειρήσεις δεν έχουν χτίσει γύρω από αυτό στρατηγική, δεδομένα, εξυπηρέτηση, logistics και εμπορική φαντασία.
Και μετά έρχονται οι δεξιότητες, το σημείο όπου τελειώνουν οι παρουσιάσεις και αρχίζει η πραγματική δουλειά. Το 3% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα αφορά ειδικούς πληροφορικής, ποσοστό που φέρνει τη χώρα στη χαμηλότερη θέση της ΕΕ μαζί με τη Ρουμανία. Αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια για τα HR departments. Είναι περιορισμός ανάπτυξης. Δεν μπορείς να μιλάς για AI, cloud, cybersecurity και αυτοματοποίηση, όταν δεν διαθέτεις αρκετούς ανθρώπους για να σχεδιάσουν, να υλοποιήσουν, να ελέγξουν και να εξελίξουν αυτά τα συστήματα. Το upskilling δεν είναι σεμινάριο για να κλείσει μια υποχρέωση. Είναι ο μηχανισμός που θα δείξει αν η τεχνολογία θα γίνει παραγωγικό εργαλείο.
Η θετική ανάγνωση είναι ότι η Ελλάδα δεν ξεκινά από το μηδέν. Έχει πολίτες που δοκιμάζουν, καταναλωτές που εμπιστεύονται το online περιβάλλον, νέα γενιά που εξοικειώνεται γρήγορα με τα εργαλεία και μια αγορά που, έστω αργά, αντιλαμβάνεται ότι η τεχνολογία δεν είναι πια περιφερειακή λειτουργία. Η δύσκολη ανάγνωση είναι ότι το παράθυρο δεν θα μείνει ανοιχτό για πάντα. Η εμπιστοσύνη χτίζεται όταν οι επιχειρήσεις δείχνουν ικανότητα. Το AI αποδίδει όταν συνδέεται με πραγματικές ανάγκες. Η ψηφιακή μετάβαση πετυχαίνει όταν οι άνθρωποι εκπαιδεύονται πριν φοβηθούν ότι περισσεύουν. Αν ο φόβος γίνει σχέδιο, η Ελλάδα μπορεί να περάσει στην επόμενη φάση. Αν μείνει απλώς φόβος, τότε το στιχάκι που θυμηθήκαμε στην αρχή θα επιστρέψει σαν προειδοποίηση: η αλλαγή θα γίνει, αλλά όχι απαραίτητα μαζί μας.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom
