Η μετάβαση των ψηφιακών υποδομών στην επόμενη φάση τους δεν αφορά μόνο την τεχνολογική εξέλιξη, αλλά την ικανότητα του ερευνητικού και επιχειρηματικού οικοσυστήματος να μετατρέπει τη γνώση σε λύσεις με πραγματική αξία για την αγορά, τις επιχειρήσεις, τις δημόσιες υπηρεσίες και τους πολίτες. Στο νέο επεισόδιο των SmartTalks, ο Χρήστος Βερυκούκης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Μηχανικών Η/Υ & Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Πατρών και συνεργαζόμενο μέλος ΔΕΠ στο ΙΝΒΙΣ/ΑΘΗΝΑ, αναλύει πώς τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και οι επιχειρήσεις μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση των ψηφιακών υποδομών επόμενης γενιάς. Σύμφωνα με τον ίδιο, η μετάβαση από το εργαστήριο στο προϊόν αποτελεί το κρίσιμο ζητούμενο για να αποκτήσουν οι νέες τεχνολογίες πρακτικό αντίκτυπο στην οικονομία και στις υπηρεσίες.
Όπως επισημαίνει, τα ελληνικά πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα διαθέτουν προηγμένα εργαστήρια, τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό που μπορούν να στηρίξουν την ανάπτυξη των ψηφιακών υποδομών επόμενης γενιάς. Η δυναμική αυτή δεν περιορίζεται στη θεωρητική γνώση ή στην ακαδημαϊκή παραγωγή, αλλά συνδέεται με την ανάπτυξη εφαρμογών που τελικά μπορούν να φτάσουν στην αγορά και στον πολίτη. Ο κ. Βερυκούκης υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα έχει ταλέντο στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, από το AI και το edge computing έως τις νέες κεραίες και τα νέα δίκτυα. Το βασικό στρατηγικό πλεονέκτημα βρίσκεται στη σύνδεση έρευνας και εφαρμογής, υπό την προϋπόθεση ότι θα αξιοποιηθεί συστηματικά η ελληνική τεχνογνωσία.
Κατά την ανάλυσή του, το Innovation to Impact: Deep Tech in Action, που πραγματοποιείται στις 16 Νοεμβρίου στο Divani Caravel, έρχεται να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς η βασική έρευνα μπορεί να περάσει στην αγορά, στο προϊόν και στην επιχειρησιακή πράξη. Η συζήτηση γύρω από το deep tech αποκτά, έτσι, πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο, καθώς δεν αφορά μόνο το τι μπορεί να αναπτυχθεί τεχνολογικά, αλλά το κατά πόσο η αγορά, οι υπηρεσίες, τα δίκτυα και οι υποδομές είναι έτοιμα να υποστηρίξουν AI, edge computing και cloud computing. Tο συνέδριο εστιάζει ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση στην αγορά, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο ουσιαστικό διάλογο γύρω από την πραγματική εφαρμογή του deep tech στην Ελλάδα.
Ο κ. Βερυκούκης υποστηρίζει ότι τα δίκτυα επόμενης γενιάς διαφοροποιούνται ουσιαστικά από τα προηγούμενα τηλεπικοινωνιακά μοντέλα, καθώς το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αύξηση της ταχύτητας. Στο επίκεντρο μπαίνουν η αξιοπιστία, η ευελιξία, η ποιότητα υπηρεσίας και η δυνατότητα υποστήριξης κρίσιμων εφαρμογών με χαμηλή καθυστέρηση. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι υπηρεσίες πρέπει να εκτελούνται πιο κοντά στον χρήστη, σε πόλεις, βιομηχανίες, πανεπιστήμια ή αεροδρόμια, ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες εφαρμογών όπως τα ψηφιακά γυαλιά, η απομακρυσμένη διαχείριση ή η πρόσβαση σε βιομηχανικά περιβάλλοντα. Αυτή η λογική οδηγεί σε αποκεντρωμένες υποδομές και σε μεγαλύτερη έμφαση στα private δίκτυα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στην ανάγκη εθνικής στρατηγικής για το 6G. Όπως εξηγεί, χώρες όπως η Φινλανδία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Ιταλία και η Γαλλία έχουν ήδη κινηθεί με οργανωμένες πρωτοβουλίες, επενδύοντας όχι μόνο στα πανεπιστήμια, αλλά και στη βιομηχανία. Κατά την κρίση του, η Ελλάδα πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα, καθώς οι ελληνικοί φορείς ήδη συντονίζουν σημαντικά ευρωπαϊκά έργα στον τομέα της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών και του 6G. Το κρίσιμο σημείο είναι να υπάρξει εθνική στρατηγική που θα στηρίζει τη συνεργασία κράτους, εταιρειών και ερευνητικών κέντρων, με στόχο την ανάπτυξη τεχνολογιών και εφαρμογών με πραγματικό αντίκτυπο.
Σύμφωνα με τον κ. Βερυκούκη, οι πλατφόρμες experimentation για beyond 5G και 6G έχουν καίρια σημασία, επειδή επιτρέπουν τη δοκιμή λύσεων σε πραγματικές ή σχεδόν πραγματικές συνθήκες πριν αυτές περάσουν στην αγορά. Μια εταιρεία που αναπτύσσει εφαρμογές για smart glasses, για παράδειγμα, μπορεί να μη διαθέτει ούτε την υποδομή ούτε την τεχνογνωσία για να εξετάσει πώς λειτουργεί μια εφαρμογή όταν ένα τμήμα της εκτελείται στο edge και ένα άλλο στο cloud. Αντίστοιχα, οι πάροχοι μπορούν να δοκιμάσουν AI τεχνικές πριν τις εντάξουν στα πραγματικά τους δίκτυα. Η αξία αυτών των περιβαλλόντων βρίσκεται στην ασφαλή δοκιμή και στη μείωση του κινδύνου πριν από την εμπορική διάθεση.
Όπως επισημαίνει, το μοντέλο συνεργασίας που χρειάζεται το deep tech βασίζεται στην κοινή ανάπτυξη τεχνολογιών, προϊόντων και εφαρμογών από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις. Δεν αρκεί η μεταφορά γνώσης από τη μία πλευρά στην άλλη. Απαιτείται συν-ανάπτυξη, κοινή συμμετοχή σε standardization activities, κοινή αξιοποίηση της πνευματικής παραγωγής και αλλαγή νοοτροπίας ως προς το ποιος «κατέχει» το τελικό προϊόν. Ο κ. Βερυκούκης τονίζει ότι οι εταιρείες πρέπει να επενδύσουν περισσότερο στην έρευνα και τα πανεπιστήμια να είναι πιο ανοιχτά στις προτάσεις της αγοράς. Η προοπτική βρίσκεται στη συνεκμετάλλευση λύσεων και στη δημιουργία κοινών startups.
Κοιτώντας προς τα επόμενα χρόνια, ο κ. Βερυκούκης θέτει τρεις βασικούς πυλώνες για την επιτυχία της Ελλάδας στις νέες ψηφιακές υποδομές: επένδυση στην έρευνα, στην καινοτομία και στις υποδομές. Όπως αναφέρει, το AI απαιτεί υπολογιστική δύναμη, ενώ η μετάβαση σε κατανεμημένες υπηρεσίες δημιουργεί ανάγκη και για τοπική υπολογιστική ισχύ. Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρεται στο έργο «Φάρος» ως ένα πολύ καλό πρώτο βήμα, επισημαίνοντας παράλληλα ότι χρειάζονται πρόσθετες επενδύσεις σε νέες εφαρμογές. Κατά την εκτίμησή του, η χώρα μπορεί να αποκτήσει ενεργό ρόλο μόνο αν συνδυάσει υπολογιστική ισχύ, ερευνητική ικανότητα και καινοτομική εφαρμογή σε ένα συνεκτικό τεχνολογικό σχέδιο.
Τα SmartTalks κατέκτησαν την 1η θέση στην κατηγορία «Καλύτερο Podcast Τεχνολογίας» και την 3η θέση στην κατηγορία «Καλύτερο Podcast Επιχειρηματικότητας». Μάθετε περισσότερα εδώ!
