Σε μια ακόμη κρίσιμη διαδικασία για την επόμενη μέρα των τηλεπικοινωνιών εισέρχεται η χώρα, καθώς το Δημόσιο, μέσω της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) ετοιμάζεται να διαθέσει εκ νέου το φάσμα στις ζώνες των 900 MHz και 1.800 MHz στους παρόχους κινητής τηλεφωνίας.
Οι σχετικές άδειες που είχαν απονεμηθεί το 2011 σε Cosmote, Vodafone και Nova, έναντι συνολικού τιμήματος 380,534 εκατ. ευρώ, λήγουν το 2027, και η διαδικασία επαναδιάθεσης αναμένεται να ξεκινήσει με δημόσια διαβούλευση το επόμενο διάστημα.
Σκοπός της διαβούλευσης είναι να διαπιστωθεί εάν η ζήτηση για το συγκεκριμένο φάσμα υπερβαίνει το διαθέσιμο και αυτό θα καθορίσει αν θα ακολουθήσει δημοπρασία ή αν οι άδειες θα απονεμηθούν απευθείας στην τιμή εκκίνησης. Εφόσον υπάρξει ενδιαφέρον μόνο από τους υφιστάμενους παρόχους και χωρίς «σύγκρουση» μεταξύ τους, η διαδικασία δεν θα προχωρήσει σε πλειοδοσία. Αντίθετα, αν εμφανιστούν νέοι διεκδικητές όπως ενδεχομένως η ΔΕΗ (για την οποία πάντως δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα το πράξει) τότε η ΕΕΤΤ θα προχωρήσει σε δημοπρασία.
Θα προηγηθεί δεσμευτική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος.
Κομβικό ρόλο στην υπόθεση αυτή διαδραματίζουν οι παράμετροι που θα καθοριστούν: οι τιμές εκκίνησης (reserve prices) που θα ορίσει η ΕΕΤΤ, σε συνεννόηση με την κυβέρνηση, η διάρκεια των αδειών, ο τρόπος πληρωμής, οι υποχρεώσεις κάλυψης και τα κίνητρα για ταχύτερη ανάπτυξη των δικτύων.
Όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο αν το κράτος θα επιδιώξει πρωτίστως υψηλό δημοσιονομικό έσοδο ή αν θα υιοθετήσει μια πιο επενδυτικά προσανατολισμένη προσέγγιση.
Το δίλημμα αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαμόρφωση του νέου πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, το Digital Networks Act (DNA), το πρώτο σχέδιο του οποίου αναμένεται τον Δεκέμβριο. Το white paper που προηγήθηκε, καθώς και οι συζητήσεις σε επίπεδο Ε.Ε., δίνουν σαφές στίγμα: μακρύτερη διάρκεια δικαιωμάτων, χαμηλότερο κόστος απόκτησης και έμφαση στην ταχεία ανάπτυξη των δικτύων, με στόχο ένα σταθερότερο και πιο ελκυστικό επενδυτικό περιβάλλον.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται άδειες διάρκειας 40 ετών ή ακόμη και αορίστου χρόνου, χαμηλές τιμές εκκίνησης και ευέλικτοι τρόποι πληρωμής. Αντίστοιχα, σε χώρες όπως η Κίνα και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το φάσμα για το 5G εκχωρήθηκε διοικητικά και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, ενώ η βρετανική Ofcom έχει ήδη κινηθεί προς μια πιο «επενδυτικά φιλική» διαδικασία διάθεσης.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Ευρώπη υπολείπεται σημαντικά των διεθνών ανταγωνιστών της. Οι στόχοι για το 2030, που αφορούν την καθολική εγκατάσταση δικτύων 5G και οπτικών ινών, παραμένουν μακρινοί, ενώ οι ταχύτητες σύνδεσης και η κάλυψη υπολείπονται εκείνων των ΗΠΑ και της Ασίας. Το επενδυτικό κενό για την επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων εκτιμάται σε περίπου 200 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την έκθεση Ντράγκι, γεγονός που επιτείνει την ανάγκη για ένα πιο αποδοτικό και λιγότερο προσανατολισμένο στα δημοσιονομικά, μοντέλο διάθεσης φάσματος.
Στην Ελλάδα, πάντως, υπάρχει θετικό προηγούμενο. Η δημοπρασία για το 5G που πραγματοποιήθηκε το 2020 θεωρήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και διεθνείς οργανισμούς αποτελεσματική. Η επιλογή να δημοπρατηθούν όλες οι ζώνες φάσματος ταυτόχρονα, σε συνδυασμό με λογικές τιμές εκκίνησης, η μη δέσμευση φάσματος για νεοεισερχόμενους και η δυνατότητα αποπληρωμής σε πολλές ετήσιες δόσεις, με προκαταβολή μόλις 30%, οδήγησαν σε ευρεία κάλυψη της χώρας με 5G, ακόμη και σε αγροτικές περιοχές, πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Το ερώτημα, επομένως, είναι αν η νέα διαδικασία θα κινηθεί στο ίδιο πνεύμα: με στρατηγική που θα ευνοεί την ανάπτυξη και τις επενδύσεις ή αν θα κυριαρχήσει η λογική του άμεσου δημοσιονομικού οφέλους.
