Μια επένδυση κεφαλαίων ύψους 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κατασκευή νέων κέντρων δεδομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία σχεδόν 500.000 θέσεων εργασίας και στην αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος κατά 140 δισεκατομμύρια δολάρια εντός της επόμενης πενταετίας. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από μια νέα μελέτη, με ημερομηνία Ιούλιος 2025, η οποία ανατέθηκε από το ALFA Institute, έναν οργανισμό τεχνολογικής πολιτικής του πρώην Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, Kevin McCarthy. Η έκθεση εξετάζει τον οικονομικό αντίκτυπο των υποδομών που είναι απαραίτητες για την υποστήριξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Η ανάλυση, την οποία εκπόνησε η εταιρεία συμβούλων Capital Policy Analytics, υπογραμμίζει τη σημασία των επενδύσεων αυτών για τη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής. Σύμφωνα με τον πρώην βουλευτή Garret Graves, ο οποίος υπηρέτησε στην Επιτροπή Μεταφορών της Βουλής, τα συμπεράσματα της μελέτης είναι κρίσιμα για τους νομοθέτες που εξετάζουν μεταρρυθμίσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο, οι οποίες, όπως ανέφερε, είναι «απεγνωσμένα αναγκαίες για να κερδίσει η Αμερική τον αγώνα της τεχνητής νοημοσύνης ενάντια στην Κίνα». Η δημοσίευση της έκθεσης συνδέεται με τη συζήτηση για την ανάγκη απλοποίησης των διαδικασιών αδειοδότησης για έργα μεγάλης κλίμακας.
Πέρα από τη συνολική αύξηση του ΑΕΠ, η μελέτη προβλέπει ότι η επενδυτική δραστηριότητα θα αποφέρει πάνω από 40 δισεκατομμύρια δολάρια σε εισόδημα από εργασία, καθώς και φορολογικά έσοδα ύψους 780 εκατομμυρίων δολαρίων για την ομοσπονδιακή, πολιτειακή και τοπική αυτοδιοίκηση. Η πρόβλεψη για τη δημιουργία των θέσεων εργασίας βασίζεται σε τρεις διακριτούς τύπους οικονομικής επίδρασης: την άμεση (175.000 θέσεις), την έμμεση μέσω της εφοδιαστικής αλυσίδας (145.000 θέσεις) και την προκαλούμενη από την αυξημένη καταναλωτική δαπάνη (175.000 θέσεις).
Η κατανομή των νέων θέσεων εργασίας αναμένεται να επηρεάσει πολλαπλούς τομείς της οικονομίας. Ο κλάδος της μεταποίησης προβλέπεται ότι θα απορροφήσει τη μερίδα του λέοντος, με 228.000 θέσεις που σχετίζονται με την παραγωγή εξοπλισμού και υλικών. Ακολουθούν οι επιχειρηματικές υπηρεσίες με 94.000 θέσεις, ο τομέας χρηματοοικονομικών, ασφαλειών και ακινήτων με 40.000 θέσεις, η υγειονομική περίθαλψη με 24.000, καθώς και το χονδρικό και λιανικό εμπόριο με 23.000 και 22.000 θέσεις αντίστοιχα, καταδεικνύοντας τη διάχυση του οικονομικού οφέλους.
Οι προβλέψεις της έκθεσης θεμελιώνονται στις τρέχουσες τάσεις της αγοράς, η οποία χαρακτηρίζεται από ιλιγγιώδη ανάπτυξη της ζήτησης για υπολογιστική ισχύ. Η τάση αυτή εντάσσεται σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο, καθώς, σύμφωνα με πρόβλεψη της McKinsey, οι δαπάνες για την κατασκευή νέων κέντρων δεδομένων παγκοσμίως αναμένεται να αγγίξουν τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια την επόμενη πενταετία. Σήμερα στις ΗΠΑ λειτουργούν 5.400 κέντρα δεδομένων, με τον αριθμό των κέντρων δεδομένων υπερ-κλίμακας (hyperscale) να έχει διπλασιαστεί τα τελευταία πέντε χρόνια. Παράλληλα, η ενεργειακή τους κατανάλωση έχει τριπλασιαστεί κατά την περίοδο 2014 έως 2023, με τις εγκαταστάσεις των 200 megawatt να αποτελούν πλέον το βιομηχανικό πρότυπο.
Για την ποσοτικοποίηση των οικονομικών επιπτώσεων, οι συγγραφείς της μελέτης χρησιμοποίησαν το οικονομετρικό μοντέλο IMPLAN. Το συγκεκριμένο υπολογιστικό εργαλείο επιτρέπει την ανάλυση της διασύνδεσης μεταξύ των διαφόρων βιομηχανιών και τομέων μιας οικονομίας. Μέσω αυτού, προσομοιώνεται ο τρόπος με τον οποίο μια αρχική οικονομική δραστηριότητα, όπως μια επένδυση, δημιουργεί πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στο σύνολο του οικονομικού συστήματος, παρέχοντας έτσι μια ολοκληρωμένη εκτίμηση του τελικού της αντικτύπου.
