Η επέκταση των δικτύων οπτικών ινών από τη ΔΕΗ και η αυξημένη κινητικότητα στην αγορά τηλεπικοινωνιών δεν άλλαξαν την εικόνα που έχει η S&P Global Ratings για τον ΟΤΕ. Ο διεθνής οίκος αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της εταιρείας σε «Α-» από «BBB+», καθιστώντας την τη μοναδική ελληνική επιχείρηση με αξιολόγηση στην κατηγορία Α.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι υποδομές νέας γενιάς βρίσκονται στο επίκεντρο του ανταγωνισμού. Η S&P αναγνωρίζει ότι η ΔΕΗ εξελίσσεται σε σημαντικό παίκτη στην αγορά οπτικών ινών, με τη συνεχή επέκταση του δικτύου FTTH να δημιουργεί νέα δεδομένα κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Παρόλα αυτά, εκτιμά ότι ο ΟΤΕ θα διατηρήσει το προβάδισμά του τόσο στη σταθερή όσο και στην κινητή τηλεφωνία. Στη σταθερή ευρυζωνική αγορά διατηρεί περίπου το 53% των συνδέσεων, ενώ στην κινητή τηλεφωνία το μερίδιό του παραμένει κοντά στο 50%, παρά τον ανταγωνισμό από Nova και Vodafone.
Σημαντικό ρόλο στην αξιολόγηση παίζει η έκταση των υποδομών που έχει αναπτύξει ο Όμιλος. Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026 το δίκτυο οπτικών ινών μέχρι το σπίτι κάλυπτε περισσότερες από 2,1 εκατ. κατοικίες και επιχειρήσεις. Ο στόχος παραμένει η επέκταση της κάλυψης σε 2,4 εκατ. μέχρι το τέλος του έτους και σε περίπου 3,5 εκατ. έως το 2030.
Παράλληλα, ο ΟΤΕ συνεχίζει να επενδύει σε υπηρεσίες σταθερής ασύρματης πρόσβασης μέσω 5G. Οι συγκεκριμένες υπηρεσίες αντιμετωπίζονται ως συμπληρωματική επιλογή για περιοχές όπου η ανάπτυξη δικτύων οπτικών ινών απαιτεί περισσότερο χρόνο, διευρύνοντας τις δυνατότητες παροχής ευρυζωνικών υπηρεσιών.
Η εταιρεία διατηρεί επίσης ισχυρή παρουσία στη συνδρομητική τηλεόραση, ενώ η δυνατότητα διάθεσης συνδυαστικών υπηρεσιών σταθερής, κινητής και τηλεόρασης θεωρείται ένα από τα στοιχεία που ενισχύουν την ανταγωνιστική της θέση. Στην κινητή τηλεφωνία, η αύξηση των συνδρομητών συμβολαίου συνεχίζει να στηρίζει τα έσοδα και να βελτιώνει το μείγμα της πελατειακής βάσης.
Πέρα από τη θέση του στην αγορά, καθοριστικός παράγοντας για την αναβάθμιση είναι η χρηματοοικονομική εικόνα του ΟΤΕ. Η S&P εκτιμά ότι η μόχλευση θα παραμείνει κοντά στο 0,5x την περίοδο 2026-2028, επίπεδο ιδιαίτερα χαμηλό για τα δεδομένα του κλάδου, ενώ προβλέπει ότι η εταιρεία θα συνεχίσει να παράγει ισχυρές ταμειακές ροές παρά τις επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς.
Η S&P θεωρεί ότι ο ΟΤΕ μπορεί πλέον να αξιολογείται έως και τρεις βαθμίδες υψηλότερα από το ελληνικό Δημόσιο. Για την επόμενη τριετία εκτιμά ότι τα περιθώρια EBITDA θα κινηθούν μεταξύ 40% και 42%, παρά την αυξανόμενη ανταγωνιστική πίεση στην ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών.
