Η παρέμβαση της ΔΕΗ στη δημόσια διαβούλευση της ΕΕΤΤ για το φάσμα της κινητής τηλεφωνίας δεν περιορίζεται σε τεχνικές παρατηρήσεις για τη διαδικασία απονομής συχνοτήτων.
Το κείμενο που κατέθεσε η ΔΕΗ αποτελεί αναλυτική τοποθέτηση υπέρ της δημιουργίας προϋποθέσεων για την ανάπτυξη νέας υποδομής 5G στην ελληνική αγορά, με την εταιρεία να παρουσιάζει την είσοδό της στην αγορά της κινητής ως παράγοντα ενίσχυσης του ανταγωνισμού, επιτάχυνσης επενδύσεων και πίεσης για χαμηλότερες τιμές στην κινητή τηλεφωνία.
Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο της τηλεπικοινωνιακής αγοράς μετά τη συμμετοχή της ΔΕΗ στη διαβούλευση της ΕΕΤΤ για την εκ νέου απονομή φάσματος στις ζώνες 900 MHz και 1.800 MHz.
Στη συνέχεια, κατά την ενημέρωση των αναλυτών για τα αποτελέσματα πρώτου τριμήνου, προχθές, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, επιχείρησε να διαχωρίσει το ενδεχόμενο ανάπτυξης υποδομών από την αγορά λιανικής υπηρεσιών κινητής. Όπως ανέφερε, «η ΔΕΗ δεν σκοπεύει να δραστηριοποιηθεί στην αγορά λιανικής της κινητής τηλεφωνίας», σημειώνοντας παράλληλα ότι η FiberGrid διερευνά τη δυνατότητα ασύρματης διασύνδεσης συμπληρωματικά στο FTTH δίκτυο. Ο επικεφαλής της ΔΕΗ δεν απάντησε πάντως ως προς το αν ο Όμιλος θα συμμετάσχει τελικά στη διαδικασία απονομής φάσματος.
Παρά τα παραπάνω, το κείμενο της ΔΕΗ που αναρτήθηκε χθες στην ιστοσελίδα της ΕΕΤΤ, περιγράφει με αρκετή σαφήνεια τις προθέσεις της εταιρείας. Όπως αναφέρεται, «ο Όμιλος ΔΕΗ προτίθεται να συμμετάσχει στην επικείμενη απονομή φάσματος», με στόχο «την ανάπτυξη μιας νέας υποδομής 5G στην Ελλάδα μέσω της θυγατρικής της, ΔΕΗ FiberGrid».
Η εταιρεία παρουσιάζει την πιθανή είσοδο της FiberGrid ως εργαλείο ενίσχυσης του ανταγωνισμού στην κινητή τηλεφωνία. Στην παρέμβασή της σημειώνεται ότι «η πιθανή είσοδος ενός νέου παρόχου δικτύου κινητών επικοινωνιών μπορεί να επιφέρει σημαντικά οφέλη για τους καταναλωτές και την ψηφιακή οικονομία», ενώ παράλληλα αναφέρεται ότι «η παρουσία ενός επιπλέον παρόχου δικτύου κινητών επικοινωνιών με ιδιόκτητη υποδομή ενισχύει τον ανταγωνισμό, βελτιώνει την ποιότητα των υπηρεσιών και λειτουργεί προς όφελος των καταναλωτών».
Στο ίδιο πλαίσιο η ΔΕΗ επιχειρεί να συνδέσει το επιχείρημα αυτό με την εμπειρία που, όπως υποστηρίζει, έχει ήδη καταγραφεί στην αγορά FTTH. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «ο αυξημένος ανταγωνισμός στις υποδομές που προκάλεσε η είσοδος της FiberGrid ωφελεί ήδη τους καταναλωτές, μέσω των χαμηλότερων τιμών λιανικής στις ευρυζωνικές υπηρεσίες οπτικών ινών». Παράλληλα επισημαίνει ότι «σε όλο το φάσμα των επιπέδων ταχύτητας, η ΔΕΗ προσφέρει τις χαμηλότερες τιμές στην αγορά».
Η παρέμβαση της εταιρείας συνδέει άμεσα την ανάπτυξη του FTTH με πιθανή ανάπτυξη υποδομών κινητής τηλεφωνίας. Όπως σημειώνεται, «με το κατάλληλο φάσμα, η FiberGrid μπορεί να υποστηρίξει την ανάπτυξη υποδομών κινητών επικοινωνιών στην Ελλάδα», ενώ «επιθυμεί, χτίζοντας πάνω στο επιτυχημένο ιστορικό της στις υποδομές οπτικών ινών, να αναλάβει αντίστοιχο ρόλο στην ανάπτυξη υποδομών κινητών επικοινωνιών».
Η ΔΕΗ προσθέτει ακόμη ότι η FiberGrid «θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη μιας υποδομής κινητών επικοινωνιών υψηλών επιδόσεων, ικανής να υποστηρίξει τους μακροπρόθεσμους στόχους της ψηφιακής οικονομίας της Ελλάδας», ενώ παράλληλα θα λειτουργούσε «ασκώντας πίεση στους υφιστάμενους παρόχους κινητών για τη μείωση των τιμών και την αύξηση των επενδύσεων στα δίκτυά τους».
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αφορά το ίδιο το μοντέλο απονομής φάσματος της ΕΕΤΤ. Η εταιρεία σημειώνει ότι «οι τρέχουσες προτάσεις για την απονομή φάσματος φαίνονται πρωτίστως εστιασμένες στην εκ νέου παραχώρηση του φάσματος στους υφιστάμενους κατόχους αδειών». Παράλληλα υποστηρίζει ότι «το πλαίσιο της δημοπρασίας θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι αξιόπιστοι νεοεισερχόμενοι, όπως η FiberGrid, έχουν μια ρεαλιστική ευκαιρία να συμμετάσχουν στην αγορά».
Η ΔΕΗ επισημαίνει ακόμη ότι «η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι οι ορθά σχεδιασμένες διαδικασίες απονομής φάσματος μπορούν να διευκολύνουν την είσοδο νεοεισερχομένων, χωρίς να υπονομεύεται η αποτελεσματικότητα της δημοπρασίας ή η αξιοποίηση του φάσματος». Σύμφωνα με την εταιρεία, η παρέμβασή της «εστιάζει στο πώς θα μπορούσε να διαρθρωθεί η επικείμενη απονομή ώστε να υποστηρίζει την πιθανότητα εισόδου νέου παρόχου, διατηρώντας παράλληλα μια αποτελεσματική και ανταγωνιστική διαδικασία κατανομής».
Στην ίδια κατεύθυνση η ΔΕΗ ζητά «μια σειρά ρυθμίσεων στο πλαίσιο απονομής φάσματος και στους όρους των αδειών», ώστε «να διασφαλιστεί ότι οι νεοεισερχόμενοι μπορούν να αποκτήσουν ένα βιώσιμο χαρτοφυλάκιο φάσματος και να αναπτύξουν ένα ανταγωνιστικό δίκτυο κινητών επικοινωνιών».
Μεταξύ των μέτρων που εισηγείται περιλαμβάνονται «διατάξεις φιλικές προς τους νεοεισερχόμενους», όπως:
- «δέσμευση φάσματος για τον νεοεισερχόμενο»,
- «εθνική περιαγωγή με δίκαιους, εύλογους και χωρίς διακρίσεις όρους»,
- «αναλογικές υποχρεώσεις κάλυψης» και «άδειες αορίστου χρόνου».
Παράλληλα η εταιρεία ζητά συγκεκριμένη «δέσμευση φάσματος για νεοεισερχόμενους bidders», προτείνοντας: «2×10 MHz στη ζώνη των 900 MHz», «2×20 MHz στη ζώνη των 1800 MHz» και «40 MHz στη ζώνη TDD των 2600 MHz».
Η ΔΕΗ επιχειρεί ακόμη να τεκμηριώσει ότι η ελληνική αγορά κινητής υπολείπεται άλλων ευρωπαϊκών αγορών. Όπως σημειώνει, «κατά την τελευταία δεκαετία, οι τιμές κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί κατά σχεδόν 30%», ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη «παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές σε ονομαστικούς όρους».
Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται επίσης ότι «η μέση ταχύτητα λήψης (download) στην κινητή τηλεφωνία στην Ελλάδα ήταν 103 Mbps το τέταρτο τρίμηνο του 2025», χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ-27+, που διαμορφώθηκε στα «122 Mbps». Όπως επισημαίνει η εταιρεία, «η μεθοδολογία αυτή αντικατοπτρίζει την πραγματική, καθημερινή εμπειρία των χρηστών στα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας».
Ακόμη, η ΔΕΗ υποστηρίζει ότι «ο αυξημένος ανταγωνισμός στην αγορά χονδρικής θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στη βελτίωση αυτών των αποτελεσμάτων». Σύμφωνα με την παρέμβασή της, «η είσοδος της FiberGrid στην αγορά θα συνέβαλε σημαντικά σε αυτόν το στόχο, επιταχύνοντας τις επενδύσεις στις υποδομές κινητής τηλεφωνίας επόμενης γενιάς», ενώ παράλληλα θα λειτουργούσε «ασκώντας πίεση στους υφιστάμενους παρόχους κινητών για τη μείωση των τιμών και την αύξηση των επενδύσεων στα δίκτυά τους».
