Έξι ευρωπαϊκές και εθνικές κλαδικές οργανώσεις συγκρότησαν τη DNA Europe, μια συμμαχία που ζητά από τον Digital Networks Act (DNA) να συνδυάσει τη μετάβαση από τον χαλκό στις οπτικές ίνες με την προστασία του ανταγωνισμού στις τηλεπικοινωνίες. Η πρωτοβουλία διεκδικεί μια υποχρεωτική, διαφανή διαδικασία μετάβασης, με σαφείς κανόνες για όλους τους παρόχους, καθώς και τη διατήρηση των εξουσιών των εθνικών ρυθμιστικών αρχών απέναντι σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά.
Η ίδρυση της συμμαχίας ανακοινώθηκε στις Βρυξέλλες στις 12 Οκτωβρίου 2026, με τη συμμετοχή των ANGA, BREKO, ecta, Fibre Council Europe, Swedish Local Fibre Alliance και VATM. Οι οργανώσεις εκπροσωπούν φορείς των τηλεπικοινωνιών, των ευρυζωνικών δικτύων και των οπτικών ινών. Υποστηρίζουν το όραμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις υποδομές συνδεσιμότητας και θέτουν ως προτεραιότητες τη βεβαιότητα στον επενδυτικό σχεδιασμό και ένα πλαίσιο που διατηρεί τις επιλογές των χρηστών σε παρόχους, προϊόντα και υπηρεσίες.
Σαφείς κανόνες για την απόσυρση του χαλκού
Η DNA Europe ζητά η αντικατάσταση των δικτύων χαλκού να ακολουθεί δεσμευτική πορεία με διαφανείς, αντικειμενικούς κανόνες χωρίς διακρίσεις. Στόχος της είναι να μπορούν όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά να σχεδιάζουν τις επενδύσεις τους γνωρίζοντας τους όρους της μετάβασης. Στη θέση αυτή περιλαμβάνεται η ανάγκη για συντονισμένο μηχανισμό μεταφοράς στα νέα δίκτυα, με κατάλληλους όρους πρόσβασης.
Την επενδυτική διάσταση υπογραμμίζει ο Sven Knapp, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της BREKO, ο οποίος αποδίδει στους εναλλακτικούς παρόχους σημαντικό μέρος της ανάπτυξης οπτικών ινών στην Ευρώπη. Κατά τον ίδιο, η συνέχιση αυτής της δραστηριότητας απαιτεί επενδυτική βεβαιότητα, στηριγμένη σε μια σαφή και προβλέψιμη διαδικασία μετάβασης. Συνδέει τη συμβολή των παρόχων αυτών με την επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων συνδεσιμότητας και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.
Ο Sascha Brok, γενικός διευθυντής της ANGA, απευθύνει το αίτημα για σαφή μηνύματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Εκτιμά ότι οι επενδυτές χρειάζονται μακροπρόθεσμη προοπτική για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τις υποδομές οπτικών ινών. Προειδοποιεί πως, χωρίς σαφή πολιτικά μηνύματα για τη μετάβαση στις οπτικές ίνες και την προστασία του ανταγωνισμού, όσα από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ υστερούν θα αδυνατούν να καλύψουν την απόσταση.
Ρυθμιστικές παρεμβάσεις ανάλογα με την ισχύ στην αγορά
Το δεύτερο αίτημα αφορά τη δυνατότητα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών να διατηρήσουν το πλήρες σύνολο των εργαλείων τους και επαρκή ευελιξία στην εφαρμογή τους. Η συμμαχία ζητά να μπορούν να επιβάλλουν αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα στους παρόχους με σημαντική ισχύ στην αγορά, προσαρμοσμένα στις συνθήκες κάθε αγοράς. Επιδίωξή της είναι η αποτροπή πρακτικών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και η στήριξη της καινοτομίας και αποδοτικών επενδύσεων από όλους τους παρόχους.
Ο Frederic Ufer, γενικός διευθυντής της VATM, συνδέει τους κανόνες απόσυρσης του χαλκού με τη διασφάλιση του ανταγωνισμού και της επιλογής των τελικών χρηστών. Ζητά το ρυθμιστικό πλαίσιο να βασίζεται στην ισχύ των επιχειρήσεων στην αγορά και να ευνοεί την καινοτομία. Για τον ίδιο, οι προτεραιότητες του DNA πρέπει να είναι οι επενδύσεις, ο ανταγωνισμός και μια αξιόπιστη μετάβαση στην εποχή των gigabit.
Τη σχέση ανταγωνισμού και ψηφιακών υποδομών τονίζει ο Luc Hindryckx, γενικός διευθυντής της ecta. Θεωρεί τον ανταγωνισμό θεμελιώδη προϋπόθεση για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, καθώς ενθαρρύνει την καινοτομία, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη προηγμένης συνδεσιμότητας. Η ecta εκπροσωπεί εναλλακτικούς τηλεπικοινωνιακούς παρόχους που επενδύουν σε σταθερά, κινητά και σταθερά ασύρματα δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας.
Η ανάπτυξη δικτύων και η σουηδική εμπειρία
Η πρόσβαση επιχειρήσεων και πολιτών σε οπτικές ίνες αποτελεί το ζητούμενο για τον Vincent Garnier, γενικό διευθυντή του Fibre Council Europe. Ο ίδιος υποστηρίζει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που παρέχει κίνητρα για επενδύσεις, ενισχύει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό και επιταχύνει την απόσυρση του χαλκού.
Η Elin Bertilsson, διευθύνουσα σύμβουλος της Swedish Local Fibre Alliance, επικαλείται την εμπειρία της Σουηδίας για τους παράγοντες που συνέβαλαν στην ανάπτυξη των δικτύων. Αποδίδει το υψηλό επίπεδο συνδεσιμότητας μέσω οπτικών ινών στην έγκαιρη απόσυρση του χαλκού, στον ισχυρό ρόλο τοπικών και δημοτικών φορέων και στην προθυμία πολιτικών ηγεσιών να λαμβάνουν μακροπρόθεσμες αποφάσεις για τις υποδομές.



