Για πολλά χρόνια αντιμετωπίζαμε το IT σαν μια υποστηρικτική λειτουργία — ένα τμήμα που «κρατά τα φώτα αναμμένα», ενώ η πραγματική στρατηγική συζήτηση γινόταν αλλού. Αυτή η εικόνα έχει πλέον καταρρεύσει. Η τεχνολογία βρίσκεται σήμερα πίσω από σχεδόν κάθε σημαντική επιχειρηματική απόφαση — από την παραγωγικότητα και την εμπειρία του πελάτη μέχρι τη διαχείριση του ρίσκου, την ασφάλεια και, τελικά, την ίδια την ανταγωνιστικότητα μιας επιχείρησης.
Αυτό αλλάζει αναπόφευκτα και τον ρόλο όσων ηγούνται της τεχνολογίας. Ο IT Director, ο CIO, ο CTO και ο CISO δεν μπορούν πλέον να συμμετέχουν στη συζήτηση αφού έχουν ληφθεί οι αποφάσεις. Πρέπει να βρίσκονται στο τραπέζι όταν αυτές σχεδιάζονται — όχι απλώς ως τεχνικοί σύμβουλοι, αλλά ως στελέχη που κατανοούν πώς η τεχνολογία δημιουργεί αξία, περιορίζει κινδύνους και ανοίγει νέες δυνατότητες.
Το βλέπουμε σε ολόκληρη την οικονομία — από τις τηλεπικοινωνίες και το fintech μέχρι τη βιομηχανία και το εμπόριο. Η διαπίστωση είναι κοινή σε κάθε κλάδο: οι οργανισμοί που αντιμετωπίζουν την τεχνολογία ως στρατηγική επένδυση και όχι απλώς ως μια γραμμή στον προϋπολογισμό είναι αυτοί που μπορούν να προσαρμόζονται ταχύτερα και να παραμένουν ανταγωνιστικοί.
Με την Τεχνητή Νοημοσύνη αυτό γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρο. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν μια επιχείρηση θα χρησιμοποιήσει Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), αλλά πώς θα το κάνει με τρόπο ουσιαστικό, ασφαλή και υπεύθυνο. Και αυτό ξεκινά από τα δεδομένα, όχι από το εργαλείο. Ένας οργανισμός χωρίς σαφή ιδιοκτησία, διακυβέρνηση και ποιότητα δεδομένων δεν είναι πραγματικά έτοιμος για AI — κινδυνεύει απλώς να επιταχύνει τα προβλήματα που ήδη έχει. Χρειάζονται ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα, περιπτώσεις χρήσης με μετρήσιμη αξία και επένδυση στις δεξιότητες των ανθρώπων, στον ίδιο βαθμό που επενδύουμε και στα εργαλεία.
Το ίδιο ισχύει και για την κυβερνοασφάλεια. Δεν είναι πλέον ζήτημα τεχνικής συντήρησης, αλλά επιχειρηματικού κινδύνου σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου — ιδίως όταν η έκθεση δεν προέρχεται μόνο από τον ίδιο τον οργανισμό, αλλά και από την αλυσίδα προμηθευτών και συνεργατών του. Η ψηφιακή ανθεκτικότητα δεν χτίζεται με ένα ακόμη λογισμικό. Χτίζεται με σχέδια επιχειρησιακής συνέχειας που δοκιμάζονται στην πράξη, με ξεκάθαρους ρόλους και με μια κουλτούρα στην οποία η έγκαιρη αναφορά ενός περιστατικού ενθαρρύνεται και δεν τιμωρείται.
Ο εκσυγχρονισμός των υποδομών και η μετάβαση στο cloud ακολουθούν την ίδια λογική. Δεν είναι απλώς αποφάσεις κόστους ή τεχνολογίας, αλλά αποφάσεις ευελιξίας, κλιμάκωσης και ανθεκτικότητας. Και καμία από αυτές τις στρατηγικές δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τους ανθρώπους που διαθέτουν τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες. Η συνεχής επιμόρφωση και η στενότερη συνεργασία επιχειρήσεων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν είναι πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση.
Υπάρχει και μια ακόμη αλλαγή που θεωρούμε σημαντική: η τεχνολογία δεν μπορεί πλέον να είναι αποκλειστική ευθύνη του IT. Η διοίκηση πρέπει να κατανοεί τις βασικές τεχνολογικές επιλογές και τις συνέπειές τους, ενώ αντίστοιχα οι τεχνολογικοί ηγέτες πρέπει να κατανοούν το επιχειρηματικό μοντέλο, τους πελάτες και τους στόχους του οργανισμού. Αυτή η κοινή γλώσσα μεταξύ διοίκησης και τεχνολογίας είναι ίσως μία από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για έναν επιτυχημένο ψηφιακό μετασχηματισμό. Γιατί, τελικά, η τεχνολογία από μόνη της δεν μετασχηματίζει μια επιχείρηση· οι άνθρωποι και οι αποφάσεις τους το κάνουν.
Υπάρχει, όμως, μια διάσταση που συχνά παραλείπεται. Ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού τεχνολογικού οικοσυστήματος αποτελείται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες δεν διαθέτουν τους πόρους μιας πολυεθνικής για να δημιουργήσουν μόνες τους δομές AI governance ή εξειδικευμένες ομάδες κυβερνοασφάλειας. Για τον ΣΕΚΕΕ, αυτή αποτελεί μια ευρύτερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία: να δώσουμε στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρόσβαση στην τεχνογνωσία, στα εργαλεία και στη χρηματοδότηση που χρειάζονται για να πραγματοποιήσουν αυτή τη μετάβαση, ώστε η ψηφιακή ανθεκτικότητα να μην είναι προνόμιο των λίγων. Ως ΣΕΚΕΕ, ήδη επενδύουμε σε συνεργασίες και πρωτοβουλίες που διευρύνουν αυτή την πρόσβαση — και είναι μια κατεύθυνση στην οποία θέλουμε να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο.
Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας δεν θα κριθεί από το πόσο εντυπωσιακά μιλάμε για Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά από το πόσο συστηματικά χτίζουμε τα θεμέλια σε δεδομένα, ασφάλεια, υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν είναι, τελικά, ένα τεχνολογικό project. Είναι επιχειρηματική στρατηγική — και οι τεχνολογικοί ηγέτες πρέπει να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν, όχι να λειτουργούν ως μια υποστηρικτική λειτουργία που καλείται να «υλοποιήσει» αποφάσεις που πάρθηκαν αλλού.
Γράφει ο Μάνος Μακρομάλλης, Πρόεδρος ΣΕΚΕΕ



