Όταν η πρόεδρος φον ντερ Λάιεν συγκρότησε τη νέα Επιτροπή της στις αρχές του 2025, έθεσε ως κατεύθυνση και προτεραιότητα την αποκατάσταση της ικανότητας της Ευρώπης να ανταγωνίζεται τις άλλες μεγάλες παγκόσμιες αγορές.
Με αυτό τον τρόπο, υιοθέτησε τα συμπεράσματα της έκθεσης του Μάριο Ντράγκι, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη θέση της βιομηχανικής υπερδύναμης, που κατέχουν πλέον η Κίνα, οι ΗΠΑ και η Μέση Ανατολή – θέση την οποία η ΕΕ δεν διαθέτει στον ίδιο βαθμό.
Ανάμεσα στους πολλούς παράγοντες αυτής της σχετικής υποχώρησης, καθοριστική θέση έχει η ποιότητα της συνδεσιμότητας. Στην ψηφιακή εποχή, η συνδεσιμότητα που διαθέτει σήμερα η Ευρώπη δεν επαρκεί για να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες σε δεδομένα, και να στηρίξει την καινοτομία και την ανθεκτικότητα.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Παρ’ ότι η βασική κάλυψη 5G είναι πλέον διαθέσιμη στο μεγαλύτερο μέρος της ΕΕ, τα στοιχεία της Ψηφιακής Δεκαετίας δείχνουν ότι το αυτόνομο (standalone) 5G -δηλαδή το «πραγματικό» 5G- αντιστοιχεί μόλις στο 3% των συνδέσεων της ηπείρου. Αντιθέτως, το 5G SA χρησιμοποιείται ήδη σε ποσοστό περίπου 80% στην Κίνα, 50% στην Ινδία και 30% στις ΗΠΑ.
Οι αγορές αυτές έχουν δύο κοινά χαρακτηριστικά: ωφελούνται από την κλίμακα -τρεις βασικοί πάροχοι εξυπηρετούν εκατοντάδες εκατομμύρια πελάτες- και από τα επενδυτικά κεφάλαια που αυτή βοηθά να κινητοποιηθούν. Παράλληλα, έχουν αναγνωρίσει ως προτεραιότητα την ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών κορυφαίων προδιαγραφών.
Έτσι, η Ευρώπη αναγκάζεται να καλύψει χαμένο έδαφος. Πρόσφατη ανάλυση κατέληξε ότι η αναβάθμιση των ευρωπαϊκών δικτύων κινητής τηλεφωνίας σε συγκρίσιμα επίπεδα απαιτεί επενδύσεις 475 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Ωστόσο, η ίδια ανάλυση εκτιμά ότι οι πάροχοι κινητής τηλεφωνίας θα επενδύσουν μόνο 270 δισ. ευρώ στο ίδιο διάστημα. Προκύπτει, επομένως, κενό άνω των 200 δισ. ευρώ – επενδύσεις που, αν δεν κινητοποιηθούν, θα διευρύνουν ακόμη περισσότερο την απόσταση της Ευρώπης από τους ανταγωνιστές της.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα τελευταία 8 χρόνια η κίνηση δεδομένων στα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας αυξήθηκε κατά 550%. Αν παρόμοιοι ρυθμοί καταγραφούν και στην επόμενη δεκαετία -κάτι ιδιαίτερα πιθανό, λόγω της αυξανόμενης εξάρτησης από την Τεχνητή Νοημοσύνη και άλλες υπηρεσίες με έντονη χρήση δεδομένων- το ψηφιακό οικοσύστημα της Ευρώπης ενδέχεται να μην έχει την απαραίτητη δυναμικότητα για να ανταποκριθεί.
Αυτό επηρεάζει, με τη σειρά του, το εργατικό δυναμικό. Η καλή απόδοση εξαρτάται από την ύπαρξη των κατάλληλων εργαλείων και δεξιοτήτων, αλλά και από επαρκή ψηφιακή δυναμικότητα για τη στήριξη της καινοτομίας και της ανθεκτικότητας. Καθώς άλλες αγορές ήδη μαθαίνουν, προσαρμόζονται και βελτιστοποιούν τις δυνατότητές τους στον κόσμο της Τεχνητής Νοημοσύνης, η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει ακόμη πιο πίσω.
Κλείνοντας το κενό
Το επενδυτικό κενό στον ευρωπαϊκό κλάδο κινητής τηλεφωνίας προκύπτει από μία μακρόχρονη υπερρύθμιση.
Υπό αυτό το πρίσμα, η φετινή χρονιά ενδέχεται να θεωρηθεί στο μέλλον κομβική για τις ψηφιακές δυνατότητες της Ευρώπης και για τη μείωση του επενδυτικού κενού.
Η πραγματικότητα της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών παραμένει γνωστή και επίμονη, περιορίζοντας τη δυνατότητα των ευρωπαϊκών βιομηχανιών να παραμένουν ευέλικτες και ανταγωνιστικές. Απαιτείται μία προοδευτική αναθεώρηση με σαφή φιλοεπενδυτικό και φιλοκαινοτομικό προσανατολισμό – ακριβώς ότι λείπει σήμερα από τις ψηφιακές βιομηχανίες της Ευρώπης.
Στο τραπέζι βρίσκονται δύο βασικές λύσεις: η Πράξη για τα Ψηφιακά Δίκτυα (Digital Networks Act – DNA) και η αναθεώρηση των Κατευθυντήριων Γραμμών για τις Συγχωνεύσεις.
Η DNA προσφέρει την ευκαιρία για ουσιαστική απλούστευση του πλαισίου ρύθμισης της κινητής τηλεφωνίας, και για μεγαλύτερη βεβαιότητα σε βάθος χρόνου, καθιστώντας τις επενδύσεις πιο ελκυστικές.
Αυτό αναγνωρίζεται στις προτάσεις του σχεδίου σχετικά με το ραδιοφάσμα. Μέτρα όπως οι άδειες αόριστης διάρκειας, οι αυτόματες ανανεώσεις, και μία πιο έξυπνη προσέγγιση στην τιμολόγηση, θα στηρίξουν άμεσα τις επενδύσεις. Περισσότερες από 500 άδειες πρόκειται να ανανεωθούν στην επόμενη δεκαετία, και η προοδευτική προσέγγιση της DNA θα μπορούσε να απελευθερώσει έως 30 δισ. ευρώ για πιθανές επενδύσεις. Αυτό με τη σειρά του θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των ταχυτήτων δικτύου έως 23% και να ενισχύσει το ΑΕΠ της Ευρώπης έως 75 δισ. ευρώ μέχρι το 2035.
Ωστόσο, οι προτάσεις του σχεδίου δεν έχουν εξασφαλίσει απλούστευση και εκσυγχρονισμό σε άλλους τομείς. Αντίθετα, προσθέτουν απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων, διατηρώντας παράλληλα επικαλυπτόμενα και περιττά στοιχεία.
Απαιτείται σαφώς εκσυγχρονισμός των κανόνων που διέπουν τον Κανονισμό για το Ανοικτό Διαδίκτυο, ώστε οι ψηφιακές φιλοδοξίες της Ευρώπης να συμβαδίζουν με τις δυνατότητες των δικτύων μας. Χρειάζεται επίσης αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των ασυμμετριών στο ευρύτερο ψηφιακό οικοσύστημα, ως προς τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται η ρύθμιση σε εταιρείες εκτός του τηλεπικοινωνιακού κλάδου.
Η δυνατότητα των παρόχων να επενδύουν, βελτιώνεται αποδεδειγμένα μέσω μεγαλύτερης κλίμακας, χωρίς επιβάρυνση των καταναλωτών.
Οι αναθεωρήσεις των κατευθυντήριων γραμμών για τις συγχωνεύσεις, προσφέρουν άλλη μία ευκαιρία για εκσυγχρονισμό της ρύθμισης, και καλύτερη αποτύπωση των σύγχρονων συνθηκών της αγοράς, στον τρόπο με τον οποίο σταθμίζονται τα οφέλη για τους χρήστες έναντι των κινδύνων. Όπου η ενοποίηση μπορεί να απελευθερώσει επενδυτικό κεφάλαιο, τη θεωρούμε θετική εξέλιξη, γι’ αυτό και στηρίζουμε τις συγκεκριμένες επικαιροποιήσεις των κατευθυντήριων γραμμών.
Ο δρόμος μπροστά
Τόσο η DNA, όσο και οι κατευθυντήριες γραμμές για τις συγχωνεύσεις, έχουν ακόμη πολλές στροφές μπροστά τους. Ο τρόπος με τον οποίο θα οριστικοποιηθούν, θα επηρεάσει καθοριστικά την ψηφιακή ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης για πολλά χρόνια. Ιδανικά, η αίσθηση του επείγοντος γύρω από τον εκσυγχρονισμό των τηλεπικοινωνιακών κανόνων της ΕΕ, θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση μεγάλου μέρους αυτής της εργασίας, πριν από την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα, την επόμενη χρονιά. Διαφορετικά, ίσως εναπόκειται στους Έλληνες να διασφαλίσουν ότι το θέμα θα παραμείνει υψηλά στις προτεραιότητες.
Χωρίς συνδεσιμότητα, οι βιομηχανίες και η οικονομία μας, αδυνατούν να λειτουργήσουν, ενώ η ασφάλεια και η ανθεκτικότητά μας, καθίστανται ευάλωτες. Περιορίζονται επίσης η ικανότητά μας, για καινοτομία και η δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης του αντίκτυπου της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη σημασία η κάλυψη των επενδυτικών αναγκών της Ευρώπης μέσω της μείωσης του επενδυτικού κενού. Όλα ξεκινούν και καταλήγουν στα δίκτυά μας: το ψηφιακό μέλλον της Ευρώπης μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με έξυπνες αποφάσεις στο ψηφιακό παρόν της.
Γράφει ο Laszlo Toth, Επικεφαλής Ευρώπης της GSMA



