Η σύγκλιση της ενεργειακής αστάθειας, της ραγδαίας τεχνολογικής επιτάχυνσης και των μακροχρόνιων κοινωνικών επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης διαμορφώνει ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον για την αγορά εργασίας, το οποίο απαιτεί άμεση στρατηγική αναπροσαρμογή. Σε αυτό το ρευστό τοπίο, η παραδοσιακή προσέγγιση της απασχολησιμότητας κρίνεται πλέον ανεπαρκής, καθώς η ευαλωτότητα δεν αφορά μόνο την έλλειψη εργασίας, αλλά και την αδυναμία παρακολούθησης των ψηφιακών εξελίξεων. Στο νέο επεισόδιο των SmartTalks, η Ελισάβετ Γεωργίου, Εργασιακή Ψυχολόγος και Επιστημονική Υπεύθυνη του Job Center του Δήμου Αθηναίων, αναλύει τον μετασχηματισμό των υποστηρικτικών δομών και την ανάγκη μετάβασης από την απλή επιδοματική λογική στην ουσιαστική ενδυνάμωση μέσω δεξιοτήτων. Όπως υπογραμμίζει, η τεχνολογία και ειδικότερα η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελούν πλέον πολυτέλεια για λίγους, αλλά το αναγκαίο «διαβατήριο επιβίωσης» για την αποφυγή του οριστικού κοινωνικού αποκλεισμού.
Αναλύοντας τη μετεξέλιξη του προφίλ των ωφελουμένων, η κα Γεωργίου προβαίνει σε μια συγκριτική αποτίμηση μεταξύ της περιόδου έναρξης του Job Center το 2017 και της σημερινής επανεκκίνησης το καλοκαίρι του 2025. Ενώ στο παρελθόν κυριαρχούσε η οικονομική κρίση, σήμερα οι πολίτες καλούνται να διαχειριστούν μια «πολυδιάστατη κρίση» που περιλαμβάνει ενεργειακές και τεχνολογικές παραμέτρους, σε ένα περιβάλλον ανεξέλεγκτης εξέλιξης. Σύμφωνα με την εμπειρία της, οι άνθρωποι που προσέρχονται στη δομή είναι πλέον ψυχολογικά πιο επιβαρυμένοι, βιώνοντας έντονα συναισθήματα κόπωσης και απογοήτευσης. Η ίδια παρατηρεί πως συχνά επικρατούν «συνθήκες εγκατάλειψης», όχι μόνο από το κοινωνικό σύνολο αλλά και από τους ίδιους τους εαυτούς τους, γεγονός που καθιστά την ψυχοκοινωνική υποστήριξη εξίσου κρίσιμη με την επαγγελματική συμβουλευτική για την επιτυχή επανένταξή τους.
Η στρατηγική προσέγγιση του Job Center βασίζεται στην παραδοχή ότι η εργασιακή ένταξη προϋποθέτει την κάλυψη θεμελιωδών αναγκών, ακολουθώντας τη λογική της πυραμίδας του Maslow. Η κα Γεωργίου επισημαίνει κατηγορηματικά ότι είναι αδύνατο για έναν πολίτη να διεκδικήσει με ρεαλιστικούς όρους μια θέση εργασίας όταν εκκρεμούν ζητήματα «βιοτικής επιβίωσης», όπως η στέγαση και η σίτιση. Κατά την ανάλυσή της, η ολιστική παρέμβαση, που περιλαμβάνει από νομική και λογιστική συμβουλευτική μέχρι ψυχολογική ενδυνάμωση, είναι μονόδρομος για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας της απασχόλησης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ακόμη και αν επιτευχθεί η εύρεση εργασίας, χωρίς την πρότερη επίλυση αυτών των δομικών προβλημάτων, η διατήρηση της θέσης καθίσταται επισφαλής, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο «εργασιακής αστάθειας» και επαναλαμβανόμενου αποκλεισμού.
Εστιάζοντας στον ρόλο της τεχνολογίας, η κα Γεωργίου απορρίπτει την άποψη ότι η συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί πολυτέλεια για τις ευάλωτες ομάδες, ενόψει και της εκδήλωσης «Digital Inclusion Day» στις 19 Φεβρουαρίου. Αντιθέτως, υποστηρίζει πως η ψηφιακή εκπαίδευση λειτουργεί ως καταλύτης για την άρση των ανισοτήτων, προσφέροντας νέες δυνατότητες, όπως η τηλεργασία, η οποία ευνοεί άτομα με κινητικά προβλήματα ή μονογονεϊκές οικογένειες. Σύμφωνα με την τοποθέτησή της, η αντίσταση στην αλλαγή και ο φόβος είναι τα κύρια εμπόδια που πρέπει να υπερκεραστούν μέσω της ενημέρωσης και της εξοικείωσης. Η ίδια τονίζει την ανάγκη για «επαναδιαπραγμάτευση ρόλων» σε κάθε επάγγελμα, καθώς η μη προσαρμογή στα νέα δεδομένα θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε εργασιακή περιθωριοποίηση, όχι λόγω της αντικατάστασης από τις μηχανές, αλλά λόγω της αδυναμίας συνεργασίας με το «ψηφιακό οικοσύστημα».
Στο πλαίσιο της γεφύρωσης του χάσματος δεξιοτήτων, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ηλικιακή ομάδα άνω των 50 ετών, η οποία καλείται να παραμείνει ενεργή σε μια αγορά εργασίας που απαιτεί διαρκή επιμόρφωση. Η κα Γεωργίου αναδεικνύει την αντικειμενική πραγματικότητα της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης στα 67 έτη, γεγονός που καθιστά την απόσυρση από την ενεργό δράση στα 50 ανέφικτη επιλογή. Παρά την κόπωση και τη ματαίωση που μπορεί να αισθάνεται αυτή η γενιά, η οποία βίωσε την οικονομική κρίση στην παραγωγική της ακμή, η σύμβουλος υποστηρίζει ότι η τεχνολογία και η βελτίωση της φυσικής κατάστασης επιτρέπουν την «ενεργή γήρανση». Κατά την κρίση της, απαιτείται μια στρατηγική στροφή προς την εκμάθηση νέων αντικειμένων, ώστε να αποφευχθεί η παγίδευση σε ένα «καθεστώς αδράνειας» μέχρι τη συνταξιοδότηση.
Παράλληλα, διαπιστώνει μια θετική μεταστροφή στην κουλτούρα των εργοδοτών, η οποία ωθείται εν μέρει από την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού αλλά και από την αυξημένη κοινωνική ευαισθητοποίηση. Αναφερόμενη σε παραδείγματα νευροποικιλομορφίας, όπως άτομα στο φάσμα του αυτισμού ή με σύνδρομο Asperger, εξηγεί πως η αγορά αρχίζει να αναγνωρίζει τα «λειτουργικά πλεονεκτήματα» και τις ιδιαίτερες ικανότητές τους, αντί να εστιάζει στις ελλείψεις κοινωνικών δεξιοτήτων. Σύμφωνα με την ίδια, ακόμη και μικρές επιχειρήσεις δείχνουν μεγαλύτερη προθυμία για συμπερίληψη, συχνά επειδή η ευαλωτότητα έχει αγγίξει και το δικό τους περιβάλλον. Αυτή η τάση δημιουργεί τις βάσεις για μια ουσιαστική «κοινωνική αλληλεγγύη», όπου η διαφορετικότητα αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία και όχι ως εμπόδιο.
Κλείνοντας, η κα Γεωργίου θέτει σαφείς επιχειρησιακούς στόχους για το Job Center, με ορίζοντα την επίτευξη μετρήσιμων αποτελεσμάτων που αφορούν την οικονομική αυτονομία των ωφελουμένων. Με ήδη καταγεγραμμένο ποσοστό επιτυχίας 28% στην εύρεση εργασίας για όσους αναζήτησαν διασύνδεση, η στρατηγική εστιάζει στη δημιουργία ενός ισχυρού δικτύου υποστήριξης με 36 συνεργαζόμενους φορείς που περιλαμβάνονται στο νέο e-book της δομής. Η ίδια καταλήγει πως το ζητούμενο δεν είναι απλώς η πρόσκαιρη τοποθέτηση σε μια θέση, αλλά η διασφάλιση της «οικονομικής αυτονομίας», η οποία θα επιτρέψει στους πολίτες να απομακρυνθούν οριστικά από το φάσμα της ευαλωτότητας και να ανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους μέσω της «διαρκούς ενδυνάμωσης».
