Σε ένα στρατηγικό σταυροδρόμι βρίσκεται η ευρωπαϊκή τηλεπικοινωνιακή πολιτική, καθώς δύο εκ διαμέτρου αντίθετες φιλοσοφίες συγκρούονται για το μέλλον του κλάδου και τον ρόλο του ανταγωνισμού. Η διαμάχη αυτή θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: τι προωθεί αποτελεσματικότερα τις επενδύσεις, την καινοτομία και την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης; Ένας έντονα ανταγωνιστικός χάρτης με πολλούς παίκτες ή μια ενοποιημένη αγορά με λιγότερους, αλλά ισχυρότερους ευρωπαϊκούς πρωταθλητές; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει την ψηφιακή πορεία της ηπείρου για τις επόμενες δεκαετίες.
Η μία πλευρά, εκπροσωπούμενη από τις κλαδικές ενώσεις Connect Europe και GSMA, υποστηρίζει ότι η τρέχουσα πολιτική ανταγωνισμού είναι παρωχημένη και ζητά ριζική μεταρρύθμιση του Κανονισμού της ΕΕ για τις Συγχωνεύσεις, με στόχο να παρασχεθεί στις εταιρείες μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Η «διάγνωσή» τους εστιάζει στον ακραίο κατακερματισμό της ευρωπαϊκής αγοράς, όπου δραστηριοποιούνται πάνω από 100 πάροχοι, εξυπηρετώντας κατά μέσο όρο μόλις 5 εκατομμύρια συνδρομητές ο καθένας, σε σύγκριση με 450 εκατομμύρια στην Κίνα και 110 εκατομμύρια στις ΗΠΑ ανά πάροχο. Αυτή η αδυναμία απόκτησης κρίσιμου μεγέθους, όπως ισχυρίζονται, περιορίζει τη μακροπρόθεσμη βεβαιότητα που απαιτείται για τις τεράστιες επενδύσεις.
Η επιχειρηματολογία τους ενισχύεται από τις εκθέσεις των Mario Draghi και Enrico Letta, οι οποίες υπογραμμίζουν ότι η σχέση μεταξύ ανταγωνισμού και επενδύσεων δεν είναι γραμμική σε τομείς έντασης κεφαλαίου. Καλούν την Κομισιόν να μετατοπίσει την εστίασή της από τα διορθωτικά μέτρα που απομειώνουν την αξία (value-depleting remedies), προς τη δημιουργία αξίας (value-creation) μέσω της αναγνώρισης των αποδοτικοτήτων που προάγουν τις επενδύσεις. Ζητούν μια πιο ευέλικτη, μακρόπνοη και ανθεκτική στο μέλλον προσέγγιση, με μια ολιστική αξιολόγηση των συγχωνεύσεων που θα λαμβάνει υπόψη την επίδραση στην καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα, την ανθεκτικότητα, την ασφάλεια και την αμυντική ετοιμότητα της Ευρώπης, δηλώνοντας παράλληλα την πρόθεσή τους να προσκομίσουν περαιτέρω εμπειρικά και θεωρητικά στοιχεία για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους.
Στον αντίποδα, ο σύνδεσμος των εναλλακτικών παρόχων, ecta, υπερασπίζεται το υφιστάμενο ρυθμιστικό μοντέλο ως μια αποδεδειγμένη συνταγή επιτυχίας. Σε πρόσφατη συνάντηση με την Εκτελεστική Αντιπρόεδρο Henna Virkkunen, αντιπροσωπεία του συνδέσμου τόνισε ότι το ισχύον, τεχνολογικά ουδέτερο πλαίσιο, το οποίο βασίζεται στην εκ των προτέρων ρύθμιση των φορέων με Σημαντική Ισχύ στην Αγορά (SMP), είναι αυτό που εγγυάται την πρόοδο. Υποστήριξαν ότι αυτό το σταθερό μοντέλο έχει με συνέπεια αποφέρει απτά οφέλη στην ανάπτυξη δικτύων, τον ανταγωνισμό, την προστασία και την ευημερία των καταναλωτών, καθώς και την καινοτομία, παρουσιάζοντας μάλιστα συγκεκριμένα παραδείγματα επιτυχίας από την εσωτερική αγορά.
Η αντιπροσωπεία του ecta, αποτελούμενη από τους Søren Abildgaard, Jacques Bonifay, Alex Goldblum, Valentin Popoviciu, Luc Hindryckx και Pinar Serdengecti, εξέφρασε την έντονη ανησυχία της για το ενδεχόμενο απορρύθμισης. Προειδοποίησαν ότι η αποδυνάμωση της εποπτείας σε εθνικό επίπεδο ή η αφαίρεση των δύο σχετικών αγορών από την τρέχουσα σύσταση της Επιτροπής, θα υπονόμευε τη σταθερότητα και τη σαφήνεια του πλαισίου, αποθαρρύνοντας τις επενδύσεις. Ο Γενικός Διευθυντής Luc Hindryckx δήλωσε: «Οι πάροχοι-μέλη μας πρωτοστατούν στην ανάπτυξη μιας προσβάσιμης κοινωνίας του Gigabit, πραγματοποιώντας σημαντικές επενδύσεις σε δίκτυα σταθερής, κινητής και σταθερής ασύρματης πρόσβασης που πληρούν τα κριτήρια των Δικτύων Πολύ Υψηλής Χωρητικότητας, και επιδεικνύοντας μοναδικές δυνατότητες καινοτομίας. Ευχαριστούμε την Εκτελεστική Αντιπρόεδρο Henna Virkkunen για την ουσιαστική και εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκεται πλέον ενώπιον μιας απόφασης με τεράστιες συνέπειες, καθώς καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενα οράματα. Από τη μία, δέχεται πίεση να αναθεωρήσει τους κανόνες ανταγωνισμού για να επιτρέψει τη δημιουργία «ευρωπαϊκών πρωταθλητών», και από την άλλη, καλείται να προστατεύσει ένα ρυθμιστικό μοντέλο που, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, έχει ήδη διασφαλίσει μια δυναμική εσωτερική αγορά. Η τελική επιλογή δεν θα επηρεάσει μόνο τις τιμές και τις υπηρεσίες για εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες, αλλά θα καθορίσει την ικανότητα της Ευρώπης να ηγηθεί στην επόμενη φάση της ψηφιακής επανάστασης.
