Οι εργαζόμενοι που μπορούν να ανταποκριθούν στις σημερινές ανάγκες των εργοδοτών και να προτείνουν τρόπους για την περαιτέρω αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης θα είναι οι πιο περιζήτητοι και πολύτιμοι για τις σύγχρονες επιχειρήσεις. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα της νέας έρευνας της Experis για την Υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στον Χώρο Εργασίας, η οποία υπογραμμίζει την πρόοδο και τις βέλτιστες πρακτικές που διαμορφώνονται στη νέα εποχή, με τις ελληνικές επιχειρήσεις να ακολουθούν τις παγκόσμιες τάσεις, αντιμετωπίζοντας όμως και συγκεκριμένες προκλήσεις.
Η έρευνα βασίστηκε σε συμπληρωματικές ερωτήσεις που τέθηκαν στο πλαίσιο της Έρευνας για τις Προοπτικές Απασχόλησης του ομίλου ManpowerGroup το δεύτερο τρίμηνο του 2025, με τη συμμετοχή 525 εργοδοτών από την Ελλάδα και 39.449 εργοδοτών παγκοσμίως. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο τομέας του Ανθρώπινου Δυναμικού (HR) στην Ελλάδα αποτελεί έναν από τους πιο ώριμους κλάδους ως προς την ενσωμάτωση των τεχνολογιών AI, με το 40% των οργανισμών στη χώρα μας να τις χρησιμοποιεί σήμερα για τους σκοπούς αυτούς. Το ποσοστό αυτό, αν και σημαντικό, υπολείπεται του παγκόσμιου μέσου όρου που αγγίζει το 53%.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, αξίζει να σημειωθεί ότι η περιφέρεια με την πιο προχωρημένη υιοθέτηση εργαλείων AI για την επιλογή, ένταξη και εκπαίδευση προσωπικού είναι η Ασία. Όσον αφορά τις δεξιότητες που θεωρούνται αναντικατάστατες, οι Έλληνες εργοδότες ξεχωρίζουν τη στρατηγική σκέψη (33%), τη διαχείριση ομάδας (31%) και τις επικοινωνιακές δεξιότητες (30%). Η παγκόσμια κατάταξη διαφοροποιείται ελαφρώς, δίνοντας προτεραιότητα στην ηθική κρίση (33%), την εξυπηρέτηση πελατών (31%) και τη διαχείριση ομάδας (30%).
Οι Έλληνες εργοδότες εκτιμούν ότι η ενίσχυση των παραπάνω δεξιοτήτων μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ανθρώπινου δυναμικού. Η αξιολόγηση αυτή ποικίλλει ανά κλάδο, καθώς στον τομέα της Πληροφορικής το 44% θεωρεί κορυφαία την ηθική κρίση, στον κλάδο της Ενέργειας και Κοινής Ωφέλειας το 36% προκρίνει τη στρατηγική σκέψη, ενώ στις Υπηρεσίες Επικοινωνίας το 48% αναδεικνύει τις επικοινωνιακές δεξιότητες ως τις πλέον αναντικατάστατες.
Η έρευνα παράλληλα φωτίζει τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις. Πρώτιστο εμπόδιο αναδεικνύεται το υψηλό κόστος επένδυσης (35%, έναντι 34% παγκοσμίως), ακολουθούμενο από ζητήματα προστασίας της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων (34%, έναντι 33% παγκοσμίως) και την έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων (34%, έναντι 30% διεθνώς). Παράλληλα, καταγράφεται αξιοσημείωτη αποδοχή στη χρήση AI από τους υποψηφίους, με το 85% των εργοδοτών να τη θεωρεί αποδεκτή σε κάποια στάδια της διαδικασίας πρόσληψης.
Στην Ελλάδα, οι πιο επιτρεπτοί τρόποι αξιοποίησης της AI από τους υποψηφίους είναι η αναζήτηση πληροφοριών για την επιχείρηση (36%), η εύρεση κατάλληλης θέσης (31%) και η προετοιμασία για τη συνέντευξη (29%). Οι κλάδοι που είναι πιο θετικά διακείμενοι σε αυτή την πρακτική είναι τα Χρηματοοικονομικά και η Κτηματαγορά (91%), η Βιομηχανία και οι Κατασκευές (89%) και οι Μεταφορές με την Εφοδιαστική Αλυσίδα (87%). Επισημαίνεται επίσης ότι οι εργοδότες που δεν έχουν υιοθετήσει την AI είναι και λιγότερο θετικοί απέναντι σε υποψηφίους που τη χρησιμοποιούν.
Η έρευνα διατυπώνει κρίσιμους προβληματισμούς, σημειώνοντας αρχικά ότι περίπου το ένα τρίτο των εργοδοτών δήλωσε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει ούτε να ενισχύσει δεξιότητες όπως η ηθική κρίση. Για τους εργοδότες, η έμφαση πρέπει να δοθεί στην ενίσχυση της ανθρώπινης εργασίας και στην υιοθέτηση μιας κουλτούρας διαρκούς μάθησης. Για τους εργαζόμενους, η στρατηγική προσαρμογής απαιτεί «ανθεκτικότητα καριέρας» (career durability), όπως αναφέρει η Alexandra Levti, futurist της ManpowerGroup.
Οι περισσότεροι εργαζόμενοι, πάντως, δεν ανησυχούν ότι θα μείνουν πίσω, καθώς σύμφωνα με την έρευνα Talent Barometer 2024, το 87% δηλώνει υψηλή εμπιστοσύνη στις ικανότητές του. Η ανθεκτικότητα καριέρας, σύμφωνα με την έρευνα, βασίζεται στη διαμόρφωση ενός ισορροπημένου συνδυασμού τεχνικών και διαπροσωπικών δεξιοτήτων, θεσμικής γνώσης, δεξιοτήτων εφαρμοσμένης τεχνολογίας και νοοτροπίας ανάπτυξης. Προτείνεται η ενίσχυση των μη αυτοματοποιήσιμων δεξιοτήτων, η εκπαίδευση πάνω στην τεχνολογία και, σε πρακτικό επίπεδο, η έναρξη μικρής κλίμακας πιλοτικών έργων που θα λειτουργήσουν ως βάση για μεγαλύτερη ενσωμάτωση.
