Η τεχνητή νοημοσύνη έχει αποφέρει «μηδενικό οικονομικό όφελος» στις αμερικανικές επιχειρήσεις εκτός του τεχνολογικού κλάδου, εκτιμά ο Torsten Slok, εταίρος και επικεφαλής οικονομολόγος της Apollo Global Management. Σε ανάλυσή του, υποστηρίζει ότι οι μεγάλες επενδύσεις στην AI έχουν ακόμη περιορισμένο αντίκτυπο στα οικονομικά μεγέθη της ευρύτερης επιχειρηματικής κοινότητας.
Η σύγκρισή του εστιάζει στα έσοδα ανά εργαζόμενο και στα περιθώρια κέρδους των επτά τεχνολογικών ομίλων που είναι γνωστοί ως «Magnificent Seven» και των υπόλοιπων 493 εταιρειών του S&P 500. Ενώ τα δύο μεγέθη αυξάνονται στην πρώτη ομάδα, στη δεύτερη παραμένουν στάσιμα. Ο Slok υποστηρίζει επίσης ότι απουσιάζουν ακόμη ενδείξεις ενίσχυσης του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας από την AI και ότι οι δαπάνες συγκεντρώνονται σε περιορισμένο αριθμό εταιρειών.
Η απόσταση στα έσοδα και στα περιθώρια κέρδους
Σύμφωνα με τα μεγέθη της ανάλυσης, τα έσοδα ανά εργαζόμενο στους επτά ομίλους αυξήθηκαν από περίπου 550.000 δολάρια το 2022 σε σχεδόν 800.000 δολάρια. Για τις υπόλοιπες εταιρείες του δείκτη, το αντίστοιχο μέγεθος κινείται κοντά στα 550.000 δολάρια, με μικρές μεταβολές κατά την τελευταία επταετία.
Ανάλογη απόκλιση παρουσιάζεται στην κερδοφορία. Τα περιθώρια κέρδους των επτά τεχνολογικών ομίλων έχουν αυξηθεί από το 2022, ενώ εκείνα των υπόλοιπων εταιρειών παραμένουν περίπου στο 10%. Αυτή η στασιμότητα αποτελεί βασικό στοιχείο της εκτίμησης του Slok ότι τα οφέλη της AI εξακολουθούν να περιορίζονται σε στενό τμήμα της αμερικανικής επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Οι δαπάνες για tokens ως κόστος
Η απουσία ορατής επίδρασης στα κέρδη επηρεάζει, κατά τον οικονομολόγο, και τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τη χρήση της τεχνολογίας. Υποστηρίζει ότι οι εταιρείες της ευρύτερης αμερικανικής οικονομίας αρχίζουν να περιορίζουν τη δραστηριότητά τους στην AI και να αντιμετωπίζουν τις δαπάνες για tokens ως κέντρο κόστους που επιβαρύνει τα περιθώριά τους.
Η εικόνα διαφέρει για τις επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται από κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών, οι οποίες αυξάνουν τις δαπάνες τους για tokens. Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, ο Slok εκτιμά ότι η πρόσβαση στο πιο πρόσφατο μοντέλο AI συχνά υπερβαίνει τις ανάγκες τους, περιορίζοντας την προθυμία τους να πληρώσουν γι’ αυτό. Προβλέπει έτσι ότι οι μακροοικονομικές επιδράσεις της τεχνολογίας θα παραμένουν πολύ περιορισμένες όσο η agentic AI και οι σχετικές δαπάνες συγκεντρώνονται σε μικρό τμήμα της οικονομίας.
Η πρόκληση της επιχειρηματικής κρίσης
Το ερώτημα που θέτει για τη συνέχεια αφορά την ικανότητα των επιχειρήσεων να μετατρέψουν τη φθηνότερη τεχνητή νοημοσύνη σε υψηλότερο ρυθμό αύξησης εσόδων και μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους. Ακόμη και καθώς τα μοντέλα μετατρέπονται σε τυποποιημένο προϊόν, θεωρεί ότι αυτή η μετατροπή μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερη από όσο φαίνεται.
Η εξήγησή του εστιάζει στην επιχειρηματική κρίση. Ο ίδιος αναγνωρίζει τις δυνατότητες της AI στους υπολογισμούς, αλλά υποστηρίζει ότι η επιχειρηματική ευφυΐα στηρίζεται κυρίως στην κρίση. Αυτή εξαρτάται από το εκάστοτε πλαίσιο, ενώ οι απαντήσεις μεταβάλλονται ανάλογα με τον άνθρωπο ή το μοντέλο που ερωτάται.
Ο Slok αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη λογοδοσία, την εμπιστοσύνη, την εταιρική κουλτούρα, τους άγραφους κανόνες, τα ηθικά διλήμματα και τη δίκαιη μεταχείριση, έννοιες που θεωρεί ότι η AI αδυνατεί να κατανοήσει. Κατά την εκτίμησή του, αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν τον κίνδυνο για τη φήμη μιας επιχείρησης και, τελικά, την πορεία των εσόδων και των περιθωρίων κέρδους της.



