Η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη συγκεντρώνει ισχύ σε λίγους ψηφιακούς μεσάζοντες που επηρεάζουν την πρόσβαση των χρηστών στην πληροφορία, σύμφωνα με σχέδιο έκθεσης του BEREC για τον ανοιχτό χαρακτήρα του διαδικτύου. Οι άμεσες απαντήσεις, οι περιλήψεις και οι συστάσεις των υπηρεσιών AI μπορούν να διευκολύνουν την αναζήτηση, αλλά εγείρουν ζητήματα διαφάνειας, ανταγωνισμού και ελευθερίας επιλογής, καθώς η επιλογή και η ιεράρχηση των πληροφοριών γίνονται λιγότερο ορατές στον χρήστη.
Η αλλαγή αγγίζει και την οικονομική βάση της παραγωγής περιεχομένου. Οι απαντήσεις που επιτρέπουν στον χρήστη να ολοκληρώνει την αναζήτησή του χωρίς να επισκέπτεται τις αρχικές πηγές μπορούν να περιορίσουν την επισκεψιμότητα, τα διαφημιστικά έσοδα και τις ευκαιρίες προσέλκυσης συνδρομητών. Ο BEREC εντοπίζει έτσι μια αντίφαση: τα συστήματα AI εξαρτώνται από τη συνεχή παραγωγή ποιοτικού περιεχομένου, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνουν μέρος των οικονομικών κινήτρων που στηρίζουν τη δημιουργία και τη διάδοσή του.
Η ισχύς συγκεντρώνεται στις υποδομές και στη διανομή
Η έκθεση εξετάζει την ανοιχτότητα του διαδικτύου ως τη δυνατότητα πρόσβασης και διάδοσης πληροφοριών, περιεχομένου και υπηρεσιών χωρίς παράνομες παρεμβάσεις ή διακρίσεις, μαζί με τη δυνατότητα καινοτομίας. Σε αυτό το πεδίο, η παραγωγική AI προσθέτει ένα νέο επίπεδο διαμεσολάβησης. Οι μηχανές αναζήτησης παραδοσιακά ταξινομούν και παρουσιάζουν συνδέσμους, ενώ οι υπηρεσίες AI συνθέτουν απαντήσεις και οι πράκτορες AI αρχίζουν να εκτελούν ενέργειες για λογαριασμό των χρηστών.
Ο ανταγωνισμός στην ανάπτυξη θεμελιωδών μοντέλων παραμένει ενεργός. Ωστόσο, οι βασικές υποδομές και τα κανάλια διανομής συγκεντρώνονται σε μικρό αριθμό μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών. Οι δεσμοί μεταξύ δημιουργών μοντέλων, παρόχων υποδομών και υπηρεσιών cloud, καθώς και εφαρμογών που αξιοποιούν τα μοντέλα, δημιουργούν ισχυρές εξαρτήσεις.
Η ενσωμάτωση λειτουργιών AI σε ήδη κυρίαρχες ψηφιακές υπηρεσίες ενισχύει τις υφιστάμενες θέσεις μέσω προεπιλεγμένων ρυθμίσεων, προνομιακής ενσωμάτωσης, πρόσβασης σε ιδιόκτητα δεδομένα και εγκλωβισμού των χρηστών σε συγκεκριμένα οικοσυστήματα. Οι ανησυχίες εντείνονται όταν οι χρήστες αναθέτουν στην AI τόσο την αναζήτηση πληροφοριών όσο και τη λήψη αποφάσεων.
Η πίεση στις πηγές του περιεχομένου
Τα στοιχεία που εξετάζει ο BEREC υποδηλώνουν ότι οι απαντήσεις της AI μπορούν να συγκεντρώνουν την προσοχή σε σχετικά λίγες πηγές. Αυτό ενδέχεται να περιορίσει την ποικιλία των πηγών και να αυξήσει την εξάρτηση των χρηστών από πληροφορίες που παρουσιάζονται μέσω AI. Οι browsers με λειτουργίες τεχνητής νοημοσύνης και οι αυτοματοποιημένοι πράκτορες ενισχύουν αυτή την τάση, επιτρέποντας την ανάθεση περισσότερων διαδικτυακών δραστηριοτήτων.
Οι υπηρεσίες αυτές χρησιμοποιούν περιεχόμενο εκδοτών, δημιουργών, ερευνητών και οργανισμών δημόσιου συμφέροντος για την εκπαίδευση των μοντέλων, την ανάκτηση πληροφοριών και την τεκμηρίωση των απαντήσεών τους. Η αυξανόμενη αυτοματοποιημένη σάρωση περιεχομένου από συστήματα AI επιβαρύνει επιπλέον πολλούς ιστοτόπους με λειτουργικό κόστος. Η πίεση στους παραγωγούς περιεχομένου αφορά επομένως τόσο τις δυνατότητες εσόδων όσο και τους πόρους που απαιτούνται για τη λειτουργία τους.
Τα πρωτόκολλα και οι ευρωπαϊκοί κανόνες
Τα τεχνικά πρωτόκολλα μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη της αγοράς, καθορίζοντας τον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ συστημάτων AI και διαδικτυακών υπηρεσιών. Το Model Context Protocol (MCP) και το WebMCP επιδιώκουν τη διαλειτουργικότητα μεταξύ υπηρεσιών AI, ψηφιακών εργαλείων και πλατφορμών. Ενδέχεται να μειώσουν τα εμπόδια εισόδου και να διευκολύνουν την αλλαγή υπηρεσίας, επιτρέποντας σε περισσότερους παρόχους να συνδέονται με συστήματα AI.
Τα ίδια πρωτόκολλα, όμως, μπορεί να ενισχύσουν την επιρροή των παρόχων που ελέγχουν τις διεπαφές AI τις οποίες χρησιμοποιεί το κοινό. Το robots.txt παραμένει ο βασικός μηχανισμός με τον οποίο οι πάροχοι περιεχομένου δηλώνουν τις προτιμήσεις τους για την αυτοματοποιημένη σάρωση και την εξόρυξη κειμένου και δεδομένων, με περιορισμούς ως προς την επιβολή και τη διαφάνεια.
Ο BEREC εκτιμά ότι η αντιμετώπιση των προκλήσεων απαιτεί συντονισμό περισσότερων ευρωπαϊκών πλαισίων. Το Digital Markets Act θέτει κανόνες για τις εταιρείες που λειτουργούν ως πύλες πρόσβασης σε ψηφιακές υπηρεσίες (gatekeepers), όπως υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας και απαγορεύσεις ευνοϊκής μεταχείρισης των δικών τους υπηρεσιών. Το Digital Services Act παρέχει μηχανισμούς αντιμετώπισης συστημικών κινδύνων για την πολυφωνία και την πρόσβαση στην πληροφορία.
Το AI Act ενισχύει τις υποχρεώσεις για τα πνευματικά δικαιώματα, τη διαφάνεια και τον σεβασμό των δηλώσεων επιφύλαξης δικαιωμάτων για τη χρήση περιεχομένου, ενώ το Data Act υποστηρίζει τη διαλειτουργικότητα και την αλλαγή παρόχου σε περιβάλλοντα cloud. Η δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο έκθεσης παραμένει ανοιχτή, με προθεσμία υποβολής σχολίων την 11η Νοεμβρίου 2026.



