Πριν από λίγα χρόνια, ο προγραμματισμός παρουσιαζόταν ως βασική δεξιότητα του μέλλοντος, και οι επιχειρήσεις αναζητούσαν μαζικά ανθρώπους που μπορούσαν να γράφουν κώδικα. Η παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει αυτή την εικόνα: τα νέα εργαλεία δημιουργούν και μετασχηματίζουν κώδικα, αυτοματοποιώντας σημαντικό μέρος της τεχνικής εργασίας.
Αυτό δεν σημαίνει το τέλος του Πληροφορικού, αλλά το τέλος της στενής ταύτισής του με τη συγγραφή κώδικα. Άλλο η παραγωγή ενός λειτουργικού προγράμματος και άλλο ο σχεδιασμός ενός ασφαλούς, αξιόπιστου και ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος.
Ο κώδικας είναι το μέσο, όχι ο τελικός σκοπός. Το ουσιαστικό αντικείμενο του Πληροφορικού είναι ο σχεδιασμός πληροφοριακών συστημάτων και η συλλογή, επεξεργασία, αποθήκευση, μεταφορά, διαχείριση και αξιοποίηση της πληροφορίας. Δεν εξετάζει μόνο αν μία εφαρμογή λειτουργεί, αλλά αν χρησιμοποιεί τα κατάλληλα δεδομένα, παράγει αξιόπιστα αποτελέσματα και υπηρετεί τις ανάγκες του οργανισμού και της κοινωνίας.
Στη νέα πραγματικότητα, ο Πληροφορικός θα επικεντρωθεί ακόμη περισσότερο σε όσα αποτελούν ήδη τον πυρήνα της επιστήμης του: στην ανάλυση του προβλήματος, στην κατανόηση των αναγκών, στον σχεδιασμό της αρχιτεκτονικής και στον καθορισμό των προδιαγραφών. Καθώς η παραγωγή κώδικα θα αυτοματοποιείται, το κέντρο βάρους θα μετατοπίζεται προς τη διαχείριση της πληροφορίας, την επιλογή τεχνολογιών και τον καθορισμό ορίων λειτουργίας των συστημάτων ΤΝ.
Η ποσότητα του παραγόμενου κώδικα δεν συνεπάγεται αξιόπιστο λογισμικό. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ταχύτητα ανάπτυξης, αλλά η ποιότητα, η ορθότητα, η ασφάλεια και η συντηρησιμότητα. Ο κώδικας που δημιουργεί η ΤΝ δεν συνοδεύεται από έναν δημιουργό που γνωρίζει σε βάθος τις παραδοχές και τις επιλογές του, και θα τον εξελίσσει επί χρόνια. Ακόμη και όταν είναι λειτουργικός -κάτι που δεν είναι πάντοτε δεδομένο- χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να τον κατανοήσουν, να τον ελέγξουν και να τον συντηρήσουν.
Οι επιπτώσεις της ΤΝ δεν θα περιοριστούν στον προγραμματισμό. Αρχικά, είναι πιθανό να μειωθεί η ζήτηση για γραμματειακές, λογιστικές και διεκπεραιωτικές εργασίες, καθώς θα εκτελούνται από λιγότερους εργαζομένους. Στη συνέχεια, θα επηρεαστούν περισσότεροι κλάδοι, καθώς η ΤΝ θα ενσωματώνεται στην ανάλυση και στη λήψη αποφάσεων.
Παράλληλα, θα αυξηθεί η ανάγκη για Πληροφορικούς που συνδυάζουν την τεχνολογική κατάρτιση με γνώσεις ενός δεύτερου πεδίου, όπως η νομική, η λογιστική, τα οικονομικά, η υγεία ή η εκπαίδευση. Ο συνδυασμός αυτός θα αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, επιτρέποντας καλύτερη κατανόηση του περιβάλλοντος, των κανόνων και των συνεπειών για τα συστήματα που σχεδιάζουν.
Το σημαντικότερο ζήτημα παραμένει η ευθύνη. Η ΤΝ μπορεί να παράγει κώδικα, περιεχόμενο και προτάσεις, δεν μπορεί όμως να αναλάβει επαγγελματική, θεσμική ή κοινωνική ευθύνη. Όταν ένα σύστημα επηρεάζει μία πρόσληψη, μία οικονομική συναλλαγή ή ευαίσθητα δεδομένα, κάποιος πρέπει να μπορεί να εξηγήσει τη λειτουργία του, να αξιολογήσει τους κινδύνους και να αιτιολογήσει τις επιλογές.
Ο Πληροφορικός αναδεικνύεται έτσι σε αρχιτέκτονα συστημάτων, διαχειριστή της πληροφορίας, στρατηγικό σύμβουλο και εγγυητή της ψηφιακής αξιοπιστίας. Η ΤΝ δεν αφαιρεί τη θέση του, αλλά τον οδηγεί στα κέντρα σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά αναγκαία τη θεσμική κατοχύρωση επιστημονικής και επαγγελματικής ευθύνης. Η ίδρυση του Εθνικού Επιμελητηρίου Επικοινωνιών και Πληροφορικής (ΕΘΕΕΠ) δεν μπορεί όμως να αποτελέσει απλή αντιγραφή του μοντέλου από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Ο ψηφιακός χώρος έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά: εξελίσσεται ταχύτατα, διαπερνά όλους τους κλάδους της οικονομίας, και βασίζεται στη σύγκλιση πολλών επιστημονικών και τεχνολογικών πεδίων. Δεν μπορεί επομένως να οργανωθεί γύρω από μία μόνο κατηγορία πτυχίων, ούτε με άκαμπτες και αλληλοαποκλειόμενες επαγγελματικές περιχαρακώσεις.
Η σύγκλιση λογισμικού, υπολογιστικών συστημάτων, δικτύων, ηλεκτρονικών και επικοινωνιών, απαιτεί συνεργασία και όχι νέες συντεχνιακές διαιρέσεις. Η συμμετοχή στο ΕΘΕΕΠ δεν πρέπει να σημαίνει ότι όλοι οι επιστημονικοί κλάδοι διαθέτουν τις ίδιες γνώσεις ή αρμοδιότητες. Αντίθετα, χρειάζεται σαφής διάκριση ειδικοτήτων, αντικειμένων και πεδίων ευθύνης, μέσα όμως σε έναν κοινό θεσμό που θα μπορεί να αντιμετωπίζει συνολικά τον κύκλο ζωής της πληροφορίας.
Ένα τέτοιο Επιμελητήριο μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση ψηφιακής στρατηγικής, στη δεοντολογία, στη συνεχιζόμενη κατάρτιση, στην ποιότητα των έργων Πληροφορικής και ΤΝ, και στη σαφή κατανομή της επιστημονικής και επαγγελματικής ευθύνης.
Στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα, το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι ποιος μπορεί να δώσει στην ΤΝ μία εντολή. Θα είναι ποιος διαθέτει τη γνώση, την κρίση και την ευθύνη για να αποφασίσει ποιο σύστημα πρέπει να δημιουργηθεί, ποια πληροφορία θα αξιοποιεί και ποιους ανθρώπους θα υπηρετεί.
Γράφει ο Αντώνης Σιδηρόπουλος, Πρόεδρος της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας, Καθηγητής, Τμήμα Μηχανικών Πληροφορικής και Ηλεκτρονικών Συστημάτων, Πολυτεχνική Σχολή, ΔιΠαΕ



