H παγκόσμια έκθεση της Kaspersky για την ψηφιακή κακοποίηση αποκαλύπτει ότι οι συνέπειες του φαινομένου δεν περιορίζονται στην οθόνη. Το 34% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι η ψηφιακή κακοποίηση είχε αντίκτυπο και στην πραγματική του ζωή, οδηγώντας σε καταστάσεις όπως η κοινωνική απομόνωση ή ακόμη και η εγκατάλειψη της εργασίας ή των σπουδών. Ωστόσο, παρά τη σοβαρότητα του προβλήματος, σχεδόν δύο στους πέντε δεν προχώρησαν σε καμία ενέργεια, όχι επειδή το υποτίμησαν, αλλά επειδή δεν γνώριζαν πού να απευθυνθούν για βοήθεια.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην οθόνη
Η ψυχολογική επιβάρυνση αποτελεί τη συχνότερη συνέπεια της ψηφιακής κακοποίησης. Σύμφωνα με έρευνα του εσωτερικού κέντρου έρευνας αγοράς της Kaspersky, στην οποία συμμετείχαν 7.600 άτομα από 19 χώρες, το 79% των ερωτηθέντων ανέφερε συμπτώματα όπως κατάθλιψη, τραύμα και μακροχρόνιο στρες, ενώ το 73% δήλωσε ότι βίωσε κοινωνικές συνέπειες, όπως πλήγμα στην προσωπική του εικόνα και κοινωνική απομόνωση. Ωστόσο, μόνο το 55% συνέδεσε την ψηφιακή κακοποίηση με οικονομικές συνέπειες και μόλις το 51% αναγνώρισε τον κίνδυνο κλιμάκωσης της κατάστασης σε σωματική βία. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι πολλοί εξακολουθούν να μην αντιλαμβάνονται την έκταση που μπορεί να λάβει το φαινόμενο. Στην πραγματικότητα, η ψηφιακή κακοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε περιστατικά βίας στον πραγματικό κόσμο, σε άμεσες απειλές για την προσωπική ασφάλεια ή σε μακροχρόνιες επιπτώσεις στην υγεία των θυμάτων, ως αποτέλεσμα της παρατεταμένης ψυχολογικής πίεσης και του φόβου που βιώνουν. Πρόκειται για συνέπειες που συχνά περνούν απαρατήρητες, καθώς η κακοποίηση ξεκινά πίσω από μια οθόνη.
Οι επιπτώσεις της ψηφιακής κακοποίησης αποτυπώνονται τόσο στον ψηφιακό όσο και στον πραγματικό κόσμο. Συγκεκριμένα, το 42% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι έγινε πιο προσεκτικό στο διαδίκτυο, το 17% περιόρισε τη διαδικτυακή του δραστηριότητα, το 11% απομακρύνθηκε από φίλους ή συγγενείς, ενώ περίπου το 10% έβαλε τέλος σε μια σχέση. Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, το 4% έχασε ή εγκατέλειψε την εργασία του και το 3% διέκοψε τις σπουδές του.
Η αδράνεια εξακολουθεί να κυριαρχεί
Παρά τις επιπτώσεις αυτές, η Kaspersky διαπίστωσε ότι τα θύματα σπάνια αναζητούν επίσημη υποστήριξη. Πάνω από ένας στους πέντε ερωτηθέντες (22%) που βίωσαν ψηφιακή κακοποίηση δεν προχώρησαν σε καμία ενέργεια, ποσοστό που αυξάνεται στο 37% μεταξύ των Baby Boomers. Αντίστοιχη στάση καταγράφεται και σε όσους έχουν γίνει μάρτυρες τέτοιων περιστατικών. Το 12% όσων δήλωσαν ότι είδαν κάποιον γνωστό τους να γίνεται στόχος κακοποίησης δεν έκανε τίποτα. Ωστόσο, η αδράνεια αυτή οφείλεται κυρίως στην αβεβαιότητα και όχι στην αδιαφορία: το 32% ανέφερε ότι δεν γνώριζε πώς να βοηθήσει, ενώ το 23% δεν ήταν βέβαιο αν θα ήταν σωστό να παρέμβει.
«Τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μια ανησυχητική αντίφαση. Παρότι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τον αντίκτυπο που έχει η ψηφιακή κακοποίηση στην ψυχική υγεία, εξακολουθούν να υποτιμούν το εύρος των συνεπειών της στην επαγγελματική ζωή, την εκπαίδευση και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Εξίσου ανησυχητική είναι και η σιωπή γύρω από το φαινόμενο. Όταν τα θύματα δεν αντιδρούν, συχνά δεν είναι επειδή αδιαφορούν, αλλά επειδή δεν γνωρίζουν πού να απευθυνθούν για βοήθεια. Η ενίσχυση της ενημέρωσης, η παροχή προσβάσιμων εργαλείων και η σαφέστερη καθοδήγηση των θυμάτων αποτελούν βασικές προτεραιότητες για την αντιμετώπιση αυτού του κενού», δήλωσε η Tatyana Shishkova, Lead Security Researcher και Acting Head of Research Center Americas & Europe της ομάδας Global Research and Analysis Team (GReAT) της Kaspersky.
«Τα ευρήματα αυτά αντικατοπτρίζουν μια γενικότερη δυσκολία που παρατηρούμε στην αντιμετώπιση της ψηφιακής κακοποίησης. Η αναγνώριση του προβλήματος δεν οδηγεί πάντα σε δράση. Στην πρόσφατη έρευνά μας για το cyberstalking, διαπιστώσαμε ότι οι διαδικτυακές μορφές stalking συχνά θεωρούνται λιγότερο σοβαρές από τις αντίστοιχες εκτός διαδικτύου, παρά τη σοβαρότητα των συνεπειών τους. Παράλληλα, η έρευνα για τα προφίλ των θυμάτων ψηφιακής κακοποίησης έδειξε ότι πολλοί επιζώντες δεν είχαν αναζητήσει υποστήριξη πριν απευθυνθούν σε εξειδικευμένες υπηρεσίες, καθώς η συγκεκριμένη μορφή κακοποίησης είναι συχνά δύσκολο να αναγνωριστεί, έχει σε μεγάλο βαθμό κανονικοποιηθεί στις ψηφιακές πλατφόρμες ή είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί. Όλα αυτά αναδεικνύουν ένα σημαντικό κενό λογοδοσίας. Παρότι οι κυβερνήσεις, οι ψηφιακές πλατφόρμες και η κοινωνία συνολικά έχουν καθοριστικό ρόλο, η ουσιαστική αλλαγή προϋποθέτει και την ενεργή στάση των πολιτών, ώστε να αναγνωρίζουν τις κακοποιητικές συμπεριφορές, να τις αντιμετωπίζουν με τη δέουσα σοβαρότητα και να παρεμβαίνουν προτού κανονικοποιηθούν ή κλιμακωθούν», συμπληρώνει η Δρ. Leonie Maria Tanczer, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών του UCL και επικεφαλής του Gender and Tech Research Lab.
Διαβάστε εδώ την πλήρη έκθεση. Η Kaspersky είναι συνιδρύτρια του Coalition Against Stalkerware, μιας διεθνούς πρωτοβουλίας κατά του λογισμικού παρακολούθησης (stalkerware) και της ενδοοικογενειακής βίας. Η δράση αυτή φέρνει κοντά εταιρείες τεχνολογίας, μη κυβερνητικές οργανώσεις, ερευνητικά ιδρύματα και διωκτικές αρχές, με στόχο την καταπολέμηση του cyberstalking και την υποστήριξη των θυμάτων ψηφιακής κακοποίησης.
Τι προτείνει η Kaspersky εάν τύχει να πέσετε θύμα ψηφιακής κακοποίησης:
- Αναγνωρίστε τα σημάδια. Η ψηφιακή κακοποίηση μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους, όπως ελεγκτική συμπεριφορά, συνεχής παρακολούθηση, παρενόχληση, κοινωνικός αποκλεισμός ή απειλές. Εμπιστευτείτε το ένστικτό σας αν αισθανθείτε ότι κάτι δεν πάει καλά.
- Δράστε έγκαιρα. Αν υποψιάζεστε ότι είστε θύμα κακοποιητικής συμπεριφοράς, μην το αγνοήσετε. Καταγράψτε τα περιστατικά όπου είναι εφικτό και αναζητήστε κατάλληλη καθοδήγηση προτού κλιμακωθεί η κατάσταση.
- Προστατεύστε τον ψηφιακό σας χώρο. Χρησιμοποιήστε ισχυρούς και μοναδικούς κωδικούς πρόσβασης, ενεργοποιήστε τον έλεγχο ταυτότητας δύο παραγόντων (2FA) και ελέγχετε τακτικά τις ρυθμίσεις ασφαλείας και απορρήτου των λογαριασμών σας.
- Περιορίστε την πρόσβαση στα δεδομένα και τις συσκευές σας. Αποφύγετε να μοιράζεστε συσκευές, λογαριασμούς ή ευαίσθητες πληροφορίες όταν δεν είναι απαραίτητο και ελέγχετε προσεκτικά ποιες εφαρμογές ή δικαιώματα πρόσβασης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση της δραστηριότητάς σας.
- Χρησιμοποιήστε αξιόπιστα εργαλεία προστασίας. Οι λύσεις κυβερνοασφάλειας μπορούν να εντοπίσουν ύποπτη δραστηριότητα, λογισμικό παρακολούθησης (stalkerware), μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση ή άγνωστες συσκευές εντοπισμού.
- Αναζητήστε υποστήριξη. Μιλήστε σε ανθρώπους που εμπιστεύεστε ή απευθυνθείτε σε εξειδικευμένους οργανισμούς. Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσετε την κατάσταση μόνοι σας.
- Μάθετε πώς να βοηθάτε τους άλλους. Αν αντιληφθείτε ότι κάποιος υφίσταται κακοποίηση, μην υποθέσετε ότι θα παρέμβει κάποιος άλλος. Ακόμη και μια απλή κίνηση, όπως το να δείξετε ενδιαφέρον, να προσφέρετε υποστήριξη ή να κατευθύνετε το άτομο στις κατάλληλες υπηρεσίες, μπορεί να κάνει τη διαφορά.
- Μείνετε ενημερωμένοι. Καθώς το ψηφιακό περιβάλλον εξελίσσεται, εξελίσσονται και οι κίνδυνοι. Η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση αποτελούν από τις πιο αποτελεσματικές μορφές προστασίας.
