Σε μια συζήτηση υψηλού συμβολισμού, με φόντο το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Ντέμης Χασάμπης, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Google DeepMind, ανέπτυξαν τις θέσεις τους για το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης, σκιαγραφώντας ένα τοπίο σημαντικών ευκαιριών αλλά και υπαρξιακών προκλήσεων. Στο πλαίσιο του Athens Innovation Summit 2025, που διοργανώνει η Endeavor Greece, χαρτογράφησαν τις επιπτώσεις της τεχνολογικής επανάστασης στη δημοκρατία, την οικονομία και την ανθρωπότητα, υπογραμμίζοντας την επιτακτική ανάγκη για έναν διεθνή διάλογο που θα θέσει τον άνθρωπο στο επίκεντρο.
Αναφερόμενος στον ρόλο της Ευρώπης, ο πρωθυπουργός αναγνώρισε μια θεμελιώδη ασυμμετρία, δηλώνοντας πως «όταν μιλάμε για την Ευρώπη, συνήθως σκεφτόμαστε μια υπερεθνική οντότητα που είναι πολύ καλή στη ρύθμιση, αλλά όχι πολύ καλή στην καινοτομία». Για την Ελλάδα, ωστόσο, η Τεχνητή Νοημοσύνη συνιστά μια στρατηγική ευκαιρία για να πραγματοποιήσει ένα άλμα (leapfrog) και να καλύψει την απόσταση από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες. Ως απτή απόδειξη αυτής της στρατηγικής, ανέφερε τη δημιουργία ενός από τα πρώτα επτά ευρωπαϊκά «εργοστάσια Τεχνητής Νοημοσύνης» (AI factories) στο Λαύριο, με στόχο την εφαρμογή λύσεων σε κρίσιμους τομείς όπως η Υγεία, η Παιδεία και η Πολιτική Προστασία.
Ο Χασάμπης, από την πλευρά του, αιτιολόγησε τη στρατηγική του απόφαση να διατηρήσει την έδρα της DeepMind στο Λονδίνο, την οποία απέδωσε σε δύο βασικούς λόγους: στο αναξιοποίητο ταλέντο που διέκρινε στην ήπειρο και στην πεποίθησή του ότι είναι κρίσιμο για την Ευρώπη, με το δικό της σύστημα αξιών, να έχει ουσιαστικό λόγο στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. Αποστασιοποιήθηκε πλήρως από τη φιλοσοφία της Silicon Valley, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Η βιομηχανία της τεχνολογίας είναι διάσημη για το “κινήσου γρήγορα και σπάσε πράγματα”. Στην πραγματικότητα, δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη για τη συγκεκριμένη τεχνολογία […] πρέπει να είμαστε πιο στοχαστικοί».
Στο πεδίο της διακυβέρνησης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε την ανάγκη για μια παγκόσμια συμφωνία, ειδικά μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, προκειμένου να αποφευχθεί ένας ανεξέλεγκτος ανταγωνισμός που θα ακύρωνε κάθε κίνητρο για ρύθμιση. Όρισε ως δύο απόλυτες προτεραιότητες για την Ελλάδα την προστασία της ψυχικής υγείας των παιδιών και των εφήβων και τη θωράκιση του δημοκρατικού διαλόγου. «Για εμένα και για την Ελλάδα, υπάρχουν δύο τομείς που με απασχολούν βαθύτατα. Ο πρώτος είναι η υγεία και η ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων. Και ο δεύτερος είναι ο αντίκτυπος της Τεχνητής Νοημοσύνης στον δημοκρατικό μας διάλογο», σημείωσε, επικαλούμενος ως παράδειγμα την πρωτοβουλία «kid’s wallet» για την επαλήθευση ηλικίας.
Η κλίμακα της επερχόμενης αλλαγής αποτυπώθηκε από τον CEO της DeepMind, ο οποίος προέβλεψε πως η έλευση της Γενικής Τεχνητής Νοημοσύνης (AGI) «θα έχει ίσως δεκαπλάσιο αντίκτυπο από τη Βιομηχανική Επανάσταση, αλλά και δεκαπλάσια ταχύτητα. Δηλαδή, 100 φορές μεγαλύτερο». Παραδέχτηκε ότι η τεχνολογία είναι υπερεκτιμημένη βραχυπρόθεσμα αλλά υποτιμημένη μακροπρόθεσμα, τοποθετώντας την έλευση της AGI σε τουλάχιστον πέντε έως δέκα χρόνια από σήμερα, διάστημα το οποίο η κοινωνία πρέπει να αξιοποιήσει για να προετοιμαστεί κατάλληλα.
Οι κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις βρέθηκαν στο επίκεντρο της ανάλυσης του πρωθυπουργού, ο οποίος προειδοποίησε για τον κίνδυνο κοινωνικών εκρήξεων. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, η δημιουργία «πλούτου που θα συγκεντρώνεται σε πολύ λίγες εταιρείες» αποτελεί «συνταγή για σημαντική κοινωνική αναταραχή». Διευκρίνισε ότι η απειλή της αυτοματοποίησης δεν αφορά πλέον μόνο τις χειρωνακτικές εργασίες αλλά και τις θέσεις γραφείου, εκφράζοντας ωστόσο την άποψη ότι η ελληνική οικονομία, ως βασισμένη στις υπηρεσίες, είναι βραχυπρόθεσμα πιο προστατευμένη.
Εξετάζοντας τις αναγκαίες προσαρμογές στην αγορά εργασίας, ο Χασάμπης διατύπωσε την αντισυμβατική εκτίμηση ότι «μπορεί να καταλήξουμε να εκτιμούμε περισσότερο τη νοσηλευτική ή την παροχή φροντίδας από το να είσαι γιατρός, λόγω του διαφορετικού τρόπου που η Τεχνητή Νοημοσύνη θα επηρεάσει αυτά τα επαγγέλματα». Και οι δύο συμφώνησαν στην ανάγκη αναπροσαρμογής της εκπαίδευσης με έμφαση στην απόκτηση «μετα-δεξιοτήτων» (meta-skills), όπως η ικανότητα του ατόμου να μαθαίνει πώς να μαθαίνει, προκειμένου να προσαρμόζεται στις συνεχείς αλλαγές.
Σε ένα πιο φιλοσοφικό επίπεδο, ο κ. Μητσοτάκης όρισε την ανθρωποκεντρική προσέγγιση, δηλώνοντας ότι «η Τεχνητή Νοημοσύνη πρέπει να είναι ένα εργαλείο για την ανθρώπινη άνθηση και όχι μια αντικατάσταση της ανθρώπινης δραστηριότητας ή σκέψης». Παράλληλα, εξέφρασε την πρωτότυπη σκέψη ότι η τεχνολογία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα «ήπιο εργαλείο για να αμφισβητήσει τις πεποιθήσεις μας», αντί να τις ενισχύει όπως κάνουν σήμερα οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ο κ. Χασάμπης, με τη σειρά του, υποστήριξε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα ενδυναμώσει την ανθρώπινη δημιουργικότητα και δεν θα την υποκαταστήσει.
Η Ελλάδα διεκδικεί ηγετικό ρόλο στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης
Λίγες ώρες νωρίτερα, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συναντήθηκε με τον Συνιδρυτή και Διευθύνοντα Σύμβουλο της Google DeepMind, Demis Hassabis, καθώς και με άλλα ανώτατα στελέχη της Google, με κεντρικό στόχο την εξέταση τρόπων για την εμβάθυνση και διεύρυνση της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του τεχνολογικού κολοσσού στον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, η συζήτηση επικεντρώθηκε στις δυνατότητες που διαθέτει η Ελλάδα για να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Αναλύθηκαν τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας, όπως το υψηλής ειδίκευσης ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα, η ύπαρξη μιας λεπτομερούς εθνικής στρατηγικής για την Τεχνητή Νοημοσύνη, καθώς και η προοπτική να δοκιμαστούν στο πεδίο καινοτόμες εφαρμογές σε κρίσιμους κλάδους, όπως η προστασία από φυσικές καταστροφές, η παιδεία και η υγεία. Παράλληλα, υπογραμμίστηκε η αναγκαιότητα για τη διαμόρφωση ενός σαφούς πλαισίου ηθικής χρήσης της τεχνολογίας.
Στην τοποθέτησή του, ο Πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη σχέση με την Google ως «στρατηγική συνεργασία» με απτά αποτελέσματα στους τομείς των υποδομών, του πολιτισμού και της εκπαίδευσης. Εξέφρασε το ειδικό του ενδιαφέρον για την εφαρμογή εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης στη διακυβέρνηση, με σκοπό τον εξορθολογισμό των κρατικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της αλληλεπίδρασης πολιτών και κράτους. Επισήμανε, μάλιστα, ότι ήδη έχουν ενσωματωθεί λύσεις ΤΝ στην κεντρική πύλη δημοσίων υπηρεσιών, με τα αποτελέσματα να κρίνονται ως «άκρως εντυπωσιακά».
Περαιτέρω, ο κ. Μητσοτάκης ανέδειξε το όραμά του για τη θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο οικοσύστημα της Τεχνητής Νοημοσύνης, τονίζοντας ότι η χώρα, αξιοποιώντας το «πολύ δυναμικό οικοσύστημα καινοτομίας» που διαθέτει, μπορεί να βρεθεί στην πρώτη γραμμή της προόδου. Έθεσε επίσης στο τραπέζι και ζητήματα κοινωνικής διάστασης, όπως η προστασία των ανηλίκων, αλλά και η διερεύνηση της χρήσης της ΤΝ ως μέσου για την αντιμετώπιση της πόλωσης και την προώθηση ενός «πιο πολιτισμένου διαλόγου», ειδικά, όπως ανέφερε, υπό το φως των «φρικτών γεγονότων που έλαβαν χώρα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού».
Από την πλευρά του, ο Demis Hassabis σημείωσε ότι η Ελλάδα έχει μια «τεράστια ευκαιρία να βρεθεί στην πρώτη γραμμή της μεγιστοποίησης των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης». Απέδωσε αυτή τη θετική προοπτική στο «εντυπωσιακό οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων» και στην ευρύτερη κουλτούρα καινοτομίας της χώρας. Συμπλήρωσε ότι η Ελλάδα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της υπεύθυνης ανάπτυξης και διακυβέρνησης της ΤΝ σε παγκόσμιο επίπεδο, σε στενή συνεργασία με συμμάχους όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.
