Η αγορά κέντρων δεδομένων στην Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική δυναμική το 2025, με την Αθήνα να καθιερώνεται ως αναπτυσσόμενος περιφερειακός κόμβος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η συνολική εγκατεστημένη ισχύς στην πρωτεύουσα ανέρχεται σε 21 MW, ενώ υπό κατασκευή βρίσκονται 12 MW και άλλα 153 MW έχουν ήδη λάβει αδειοδότηση ή βρίσκονται στο στάδιο του σχεδιασμού, διαμορφώνοντας ένα pipeline 165 MW.
Η αναβάθμιση της Αθήνας από την κατηγορία «emerging» σε «developing market» από την Cushman & Wakefield αντικατοπτρίζει την ταχεία πρόοδο των τελευταίων ετών. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μεταβολή διαδραμάτισε η Κοινή Υπουργική Απόφαση 96038/2024, η οποία καθιέρωσε ενιαίες και διαφανείς διαδικασίες αδειοδότησης για τα κέντρα δεδομένων, υποχρεωτική χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και διεύρυνση του δικτύου οπτικών ινών, μειώνοντας τη γραφειοκρατία και ενισχύοντας την επενδυτική ασφάλεια. Το ποσοστό κενής χωρητικότητας διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που αποτυπώνει τη σταθερή ζήτηση για υπηρεσίες cloud και colocation, κυρίως από παρόχους που στοχεύουν στην εξυπηρέτηση αγορών της Βαλκανικής και της Ανατολικής Μεσογείου.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα επιβεβαιώνεται από μια σειρά μεγάλων έργων που βρίσκονται σε εξέλιξη, σύμφωνα με την Cushman & Wakefield. Η κοινοπραξία Serverfarm και ΑΔΜΗΕ προχωρά στη δημιουργία του hyperscale campus Gemini, συνολικής ισχύος 130 MW, ενώ το Pharos AI Factory, που φιλοξενεί τον υπερυπολογιστή Δαίδαλο, ενισχύει τη θέση της Αθήνας στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, η Digital Realty προχωρά σε επέκταση των εγκαταστάσεών της στην Αττική και την Κρήτη, ενώ η Radiant Data Centre S.A. σε συνεργασία με τη ΔΕΗ επιχειρεί αποκέντρωση των υποδομών και αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ο κυβερνητικός στόχος για τη δημιουργία δεκαοκτώ νέων κέντρων δεδομένων έως το 2030, σε συνδυασμό με τον προσανατολισμό για 82% παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, αναδεικνύει τη στρατηγική της χώρας για ενεργειακή μετάβαση, αν και οι υψηλές τιμές ρεύματος και οι περιορισμοί του δικτύου παραμένουν προκλήσεις για το επενδυτικό περιβάλλον.
Η ελληνική αγορά εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής μετάβασης από τους κορεσμένους μητροπολιτικούς κόμβους σε αναδυόμενες αγορές με μεγαλύτερη διαθεσιμότητα γης και ενέργειας. Σύμφωνα με τον EMEA Data Centre Maturity Index της Cushman & Wakefield, η κατηγοριοποίηση των αγορών σε Powerhouse, Established, Developing και Emerging επιτρέπει την καλύτερη αποτύπωση των επενδυτικών ροών και της δυναμικής κάθε περιοχής. Καθώς οι παραδοσιακοί κόμβοι όπως το Λονδίνο, η Φρανκφούρτη και το Παρίσι πλησιάζουν σε επίπεδα κορεσμού λόγω ενεργειακών και πολεοδομικών περιορισμών, το ενδιαφέρον στρέφεται σε πόλεις όπως η Λισσαβόνα, το Όσλο και το Βερολίνο, καθώς και σε απομακρυσμένα campus με εύκολη πρόσβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τις εθνικές στρατηγικές για τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την ενίσχυση της διασύνδεσης, αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα για την προσέλκυση επενδύσεων.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς των data centres στην EMEA διαμορφώθηκε στα 10,3 GW το πρώτο εξάμηνο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 21% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ταυτόχρονα, βρίσκονται υπό κατασκευή 2,6 GW, ενώ επιπλέον 11,5 GW είναι σε φάση σχεδιασμού, με αποτέλεσμα το συνολικό pipeline να φτάνει τα 24,4 GW και τον ετήσιο ρυθμό αύξησης να αγγίζει το 43%. Οι έξι «Powerhouse» αγορές –Λονδίνο, Φρανκφούρτη, Άμστερνταμ, Παρίσι, Δουβλίνο και Μιλάνο– συγκεντρώνουν το 45% της ενεργής ισχύος, αν και ο ρυθμός ανάπτυξης επιβραδύνεται λόγω κορεσμού και αυστηρότερων ρυθμιστικών πλαισίων. Παρόλα αυτά, διατηρούν pipeline 6,25 GW, γεγονός που δείχνει ότι η αγορά θα συνεχίσει να διευρύνεται, ενώ δευτερεύουσες και νέες αγορές κερδίζουν διαρκώς μερίδιο.
Οι ταχύτερα αναπτυσσόμενοι κόμβοι στην περιοχή αποδίδουν την ανάπτυξή τους στο χαμηλό κόστος ενέργειας χαμηλού άνθρακα, τη δυνατότητα επανάχρησης θερμότητας, τα φορολογικά κίνητρα και τα ευέλικτα καθεστώτα αδειοδότησης. Παραδείγματα όπως το έργο των 1,26 GW στη Λισαβόνα και οι επενδύσεις σε Όσλο και Ελσίνκι, όπου η ηλεκτροπαραγωγή βασίζεται σε υδροηλεκτρικές ή πυρηνικές μονάδες, αποτυπώνουν τη στροφή της αγοράς. Παράλληλα, το Άμπου Ντάμπι και το Ντουμπάι ενισχύουν τη θέση τους στη Μέση Ανατολή, ενώ στη Νότια Αφρική το Γιοχάνεσμπουργκ αναπτύσσει δυναμική με pipeline που αγγίζει τα 260 MW. Ταυτόχρονα, επιβάλλονται αυστηρότερα πρότυπα απόδοσης με δείκτες ενεργειακής απόδοσης (PUE) έως 1,2 και αυξημένες απαιτήσεις για πράσινα συμβόλαια προμήθειας ενέργειας σε ολόκληρη την EMEA.
Συνολικά, η ευρωπαϊκή αγορά κέντρων δεδομένων χαρακτηρίζεται από υψηλή ζήτηση για ψηφιακές υπηρεσίες, διαθεσιμότητα καθαρής ενέργειας και προσαρμοστικότητα στα νέα ρυθμιστικά και τεχνολογικά δεδομένα. Ο ανταγωνισμός για ισχύ υψηλής πυκνότητας, απαραίτητη για την υποστήριξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, ωθεί διαχειριστές και επενδυτές να υιοθετήσουν καινοτόμες τεχνολογίες υγρής ψύξης, επανάχρησης θερμότητας και συμβάσεων μακροχρόνιας παροχής πράσινης ενέργειας. Για την Ελλάδα, η υλοποίηση μεγάλων έργων στην Αττική και στα νότια προάστια, όπως και η επέκταση στην Κρήτη και άλλες περιφέρειες, θα αποτελέσει δείγμα ότι μια αναπτυσσόμενη αγορά μπορεί να μετεξελιχθεί σε περιφερειακό ψηφιακό κόμβο, ενισχύοντας τη διασυνδεσιμότητα και τη θέση της χώρας στον νέο ψηφιακό χάρτη της EMEA.
