Η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται σε βασικό μοχλό ανάπτυξης για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σύμφωνα με τα ευρήματα πρόσφατης έρευνας της Εθνικής Τράπεζας. Τα στοιχεία δείχνουν ότι μία στις τρεις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στη χώρα έχει ήδη έρθει σε επαφή με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, κάτι που δείχνει ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία παύει να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των μεγάλων επιχειρήσεων.
Παράλληλα, διατηρείται ένα σημαντικό ανεκμετάλλευτο δυναμικό, καθώς περίπου μία στις δύο επιχειρήσεις, αν και χαρακτηρίζεται από επενδυτική δραστηριότητα, δεν έχει επιχειρήσει να εντάξει την τεχνητή νοημοσύνη στη λειτουργία της. Η κύρια πρόκληση για τον επιχειρηματικό τομέα εντοπίζεται αφενός στην ανάγκη ενημέρωσης και πειθούς σχετικά με τη χρησιμότητα της τεχνολογίας και αφετέρου στην απόκτηση των απαιτούμενων δεξιοτήτων για την αξιοποίησή της. Η ενεργοποίηση αυτού του τεχνολογικά αδρανούς τμήματος αποτελεί κρίσιμο στοίχημα για την ελληνική οικονομία, καθώς η ευρεία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των επενδύσεων, εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως διπλός καταλύτης για τη μείωση του παραγωγικού χάσματος με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα επίσημα στοιχεία καταγράφουν ότι το ποσοστό των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αξιοποιούν στρατηγικά την τεχνητή νοημοσύνη ανέρχεται στο 6%, ποσοστό που βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 8%, αλλά υπολείπεται σημαντικά του στόχου για υιοθέτηση από το 75% των επιχειρήσεων έως το 2030. Για τη διαμόρφωση μιας πληρέστερης εικόνας, η Εθνική Τράπεζα υλοποίησε έρευνα πεδίου, εστιάζοντας τόσο στις επιχειρήσεις που ήδη αξιοποιούν τεχνητή νοημοσύνη σε βασικές λειτουργίες όσο και σε εκείνες που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο πειραματισμού με σχετικά εργαλεία. Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν ένα διαρκώς αυξανόμενο κύμα τεχνολογικού πειραματισμού που δεν είχε καταγραφεί προηγουμένως σε επίσημα στατιστικά, με κύριες εφαρμογές την παραγωγή κειμένου και εικόνας, αλλά και με το ένα τρίτο των χρηστών να επιχειρεί πιο σύνθετες λειτουργίες όπως η ανάλυση δεδομένων.
Το ενδιαφέρον για την τεχνητή νοημοσύνη συνδέεται με μελλοντικά οφέλη που χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα σημαντικά. Διεθνείς μελέτες εκτιμούν ότι η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα κατά 17,5% σε βάθος εικοσαετίας, ποσοστό που ξεπερνά την επίδραση του διαδικτύου αλλά υπολείπεται εκείνης που σημειώθηκε με τον ηλεκτρισμό ή την ατμομηχανή. Προς το παρόν, τα αποτελέσματα στη βελτίωση των επιχειρηματικών επιδόσεων είναι περιορισμένα, καθώς οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζουν αύξηση πωλήσεων κατά μόλις μία ποσοστιαία μονάδα. Η διαπίστωση αυτή αποδίδεται στο γεγονός ότι η χρήση της τεχνολογίας παραμένει πειραματική και δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί στον πυρήνα των παραγωγικών διαδικασιών.
Η έρευνα της Εθνικής Τράπεζας καταγράφει δύο βασικά ευρήματα για τον επιχειρηματικό τομέα. Το πρώτο αφορά το πιο δυναμικό τμήμα, το οποίο έχει ήδη υιοθετήσει τεχνητή νοημοσύνη και χαρακτηρίζεται από εξωστρεφή και επενδυτικό προσανατολισμό. Το δεύτερο σχετίζεται με τη μεγάλη μερίδα των επιχειρήσεων που παραμένει εκτός της τεχνολογικής εξέλιξης, όχι λόγω οικονομικών ή ρυθμιστικών εμποδίων, αλλά κυρίως εξαιτίας έλλειψης γνώσης και κατάλληλων δεξιοτήτων. Συγκεκριμένα, το 50% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι χρήσιμη για τη δική του δραστηριότητα, ενώ το 25% δηλώνει αδυναμία αξιοποίησης λόγω ελλιπούς κατάρτισης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το εύρημα ότι η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει, χωρίς να αντικαθιστά, την παραγωγική διαδικασία, κάτι που σημαίνει ότι το πρώτο ζητούμενο για την αύξηση της παραγωγικότητας παραμένει η ενίσχυση των κεφαλαιακών επενδύσεων. Το επενδυτικό κενό της Ελλάδας σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρείται σε υψηλά επίπεδα και ανέρχεται σε 32%. Παρ’ όλα αυτά, το πλέον ενθαρρυντικό στοιχείο της ανάλυσης είναι πως το 80% των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχει ήδη εκδηλώσει πρόθεση να εξελιχθεί, είτε επενδύοντας είτε πειραματιζόμενο με τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης ή και τα δύο. Εφόσον υπάρξει συστηματική ενημέρωση για τις δυνατότητες της τεχνολογίας και εκπαίδευση στις απαραίτητες δεξιότητες, ένα σημαντικό ποσοστό αυτών των επιχειρήσεων μπορεί να προχωρήσει από την πρόθεση στην πράξη.
Η εδραίωση αυτής της τάσης θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ελλάδα να πλησιάσει τον ευρωπαϊκό στόχο για χρήση τεχνητής νοημοσύνης από το 75% των επιχειρήσεων έως το 2030. Η επίτευξη του στόχου, σε συνδυασμό με την ενίσχυση μιας πιο ώριμης επενδυτικής κουλτούρας, δύναται να λειτουργήσει ως καταλύτης για την αύξηση της παραγωγικότητας και τελικά για τη μείωση του παραγωγικού χάσματος που χωρίζει τη χώρα από την υπόλοιπη Ευρώπη.
